Σημαντική αύξηση των περιστατικών γρίπης που νοσηλεύονται στα δημόσια νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης παρατηρείται αυτή την περίοδο.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΦΙΛΙΠΠΑ ΒΛΑΣΤΟΥ
Βέβαια αυτό είναι κάτι σύνηθες, καθώς κάθε χρόνο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων οι ιώσεις σαρώνουν. Εκατοντάδες πολίτες απευθύνονται στα δημόσια νοσοκομεία για φροντίδα, όμως αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εφημερίες να δέχονται έντονη πίεση και τα Τμήματα Επειγόντων να λειτουργούν στα όρια τους, λόγω της υποστελέχωσης.
«Υπάρχει μεγάλη πίεση στα επείγοντα, πολλές νοσηλείες σε τμήματα όπως παθολογικά και πνευμονολογικά, σε ΜΕΘ, σε ένα ήδη υποστελεχωμένο σύστημα υγείας. Οπότε οι ελλείψεις που υπάρχουν φαίνονται πιο έντονα σε τέτοιες περιόδους. Μάλιστα, το γεγονός ότι από το 2014 δεν υπάρχει το νοσοκομείο Λοιμωδών που είχε μια δυναμικότητα και μπορούσε τέτοιες παθήσεις να τις καλύψει δείχνει έντονα το κενό», εξηγεί στο ThessPost.gr, ο πρόεδρος της Ένωσης Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης, Χρήστος Καραχρήστος. Αναφέρει δε πως από τη Θεσσαλονίκη λείπει ένα τέτοιο εξειδικευμένο νοσοκομείο. «Το είδαμε και στην πανδημία, αλλά και σε αντίστοιχες περιόδους, όπως τώρα με τη γρίπη, για την αντιμετώπιση των λοιμωδών νοσημάτων, πόσο πολύ θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση περιστατικών», υπογραμμίζει.
20 παιδίατροι για πάνω από 100.000 παιδιά
Χαρακτηριστικά επισημαίνει ότι δεν θα υπήρχε τόσο μεγάλη συμφόρηση στα νοσοκομεία, εάν η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας λειτουργούσε επαρκώς. «Πολλά από τα περιστατικά που εξετάζονται σήμερα στα Τμήματα Επειγόντων θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο πρωτοβάθμιο σύστημα υγείας, με κατ’ οίκον επισκέψεις ή στα Κέντρα Υγείας», αναφέρει και προσθέτει «το σύστημα υγείας, όμως, μόνο σύστημα δεν είναι. Πρόκειται για σκόρπιες δομές μέσα στην πόλη, οι οποίες είναι υποστελεχωμένες και αδυνατούν να καλύψουν το τεράστιο κενό που υπάρχει».
Επίσης, ο πρόεδρος της ΕΝΙΘ δίνει και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. «Σε πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το προηγούμενο διάστημα, διαπιστώσαμε ότι στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (π.χ. ΤΟΜΥ, Κέντρα Υγείας) στη Θεσσαλονίκη υπηρετούν μόλις 20 παιδίατρο για έναν παιδιατρικό πληθυσμό που εκτιμούμε ότι ξεπερνά τις 100.000».
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που υπάρχει μεγάλη αύξηση περιστατικών στα Επείγοντα, σημειώνει ο ίδιος.
Η έλλειψη σχεδίου από την κυβέρνηση
Όπως επισημαίνει το σύστημα δημόσιας υγείας δεν πιέζεται από την εποχική έξαρση των ιώσεων. Αντίθετα, όπως εξηγεί, η πραγματική πίεση στο σύστημα υγείας προκύπτει από τη χρόνια έλλειψη κρατικής μέριμνας και σχεδίου. «Με επαρκή στελέχωση και σωστό σχεδιασμό, το σύστημα θα μπορούσε να ανταποκριθεί», σημειώνει.
«Η γρίπη που εμφανίζεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή δεν σκάει σαν κεραυνός εν αιθρία. Γνωρίζουμε όλοι ότι συμβαίνει, αλλά είναι γνωστό και ότι υπάρχουν ελλείψεις και υποστελέχωση. Παράλληλα είναι γνωστή και η πολιτική της κυβέρνησης που δεν εξασφαλίζει τα στοιχειώδη στους εργαζόμενους και τους ασθενείς για να καλυφθούν οι ανάγκες. Δεν υπάρχει ούτε σχέδιο, ούτε σκοπός για να λυθούν τα προβλήματα και αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στο χώρο της υγείας στη χώρα μας», λέει ο κ. Καραχρήστος προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση στοχεύει στη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και την μετακύλιση του κόστους στους ασθενείς είτε μέσω του ΕΟΠΥΥ, είτε μέσω των απευθείας πληρωμών.
Η λύση, τονίζει πως είναι οι μαζικές προσλήψεις, η κάλυψη θέσεων, το άνοιγμα των κλειστών νοσοκομείων της Θεσσαλονίκης (όπως το Παναγία, το Λοιμωδών), να αυξηθούν οι μισθοί για να δοθούν κίνητρα, «παρ΄όλα αυτά δεν έχουμε δει τίποτα από αυτά», σχολιάζει.
Κύμα παραιτήσεων
Την ίδια ώρα τα όρια των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού έχουν «χτυπήσει» κόκκινο. Αυτό αποτυπώνεται στο κύμα παραιτήσεων. «Υπάρχουν πολλά περιστατικά παραιτήσεων από γιατρούς και νοσηλευτές, οι οποίοι δεν αντέχουν άλλο αυτή την κατάσταση. Μη βλέποντας φως αποφασίζουν να αποχωρίσουν είτε για να ανοίξουν ένα ιδιωτικό ιατρείο, είτε για να φύγουν στο εξωτερικό», τονίζει ο κ. Καραχρήστος.































