Ένα πολύτιμο φυσικό «εργαστήριο» αντικαρκινικών ουσιών κρύβεται στα ελληνικά βουνά. Νέα ερευνητικά ευρήματα αναδεικνύουν τη δυναμική του ελληνικού ίταμου, ενός δέντρου από το οποίο παράγεται η ταξόλη, η δραστική ουσία που χρησιμοποιείται σε θεραπείες πολλών μορφών καρκίνου. Μάλιστα, οι ελληνικοί πληθυσμοί του ίταμου φαίνεται πως διαθέτουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα, καθώς έχουν μάθει να επιβιώνουν κάτω από συνθήκες έντονης περιβαλλοντικής καταπόνησης.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΦΙΛΙΠΠΑ ΒΛΑΣΤΟΥ
O ίταμος είναι ένα είδος γνωστό, εδώ και αιώνες, για τις ιδιαίτερες ιδιότητές του. Στην αρχαιότητα τα εκχυλίσματά του χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή δηλητηριασμένων βελών, λόγω των τοξικών ουσιών που περιέχει.
Η σύγχρονη επιστήμη, ωστόσο, ανακάλυψε μια εντελώς διαφορετική διάσταση του δέντρου. Πριν από περίπου μισό αιώνα, ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο ίταμος του Ειρηνικού περιέχει την ταξόλη, μια ουσία με ισχυρή αντικαρκινική δράση, η οποία σήμερα χρησιμοποιείται σε θεραπείες πολλών μορφών καρκίνου, από γυναικολογικές κακοήθειες μέχρι καρκίνους ζωτικών οργάνων.
Από τον ίταμο του Ειρηνικού, το ερευνητικό ενδιαφέρον μεταφέρθηκε αργότερα και στον ευρωπαϊκό ίταμο, ο οποίος συναντάται και στην Ελλάδα. Εντούτοις, η εγχώρια παρουσία του είδους παρέμεινε για χρόνια ανεξερεύνητη.
Όπως εξηγεί στο ThessPost.gr, ο καθηγητής του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, Φίλιππος Α. Αραβανόπουλος, που συντόνισε την επιστημονική ομάδα της έρευνας, στην Ελλάδα ο ίταμος βρέθηκε για μεγάλο διάστημα υπό πίεση.
«Ο ίταμος στο παρελθόν ήταν υπό διωγμό εξαιτίας αυτών των ουσιών που θεωρούνται δηλητηριώδεις. Όταν τα κτηνοτροφικά ζώα κατανάλωναν ίταμο, μπορούσαν να εμφανίσουν σοβαρά προβλήματα όπως τυμπανισμό μέχρι και να πεθάνουν. Έτσι πολλοί κτηνοτρόφοι κατέστρεφαν τα δέντρα για να προστατεύσουν τα κοπάδια τους», σημειώνει. Το αποτέλεσμα ήταν η σημαντική συρρίκνωση πολλών πληθυσμών.
Οι τρεις μεγάλοι πληθυσμοί που εντόπισαν οι ερευνητές
Η επιστημονική ομάδα του Αριστοτελείου εξέτασε τρεις περιφερειακούς (ως προς την εξάπλωση του είδους στην Ευρώπη) πληθυσμούς ίταμου στη βόρεια Ελλάδα.
«Στην Ελλάδα έχουμε πάνω από έναν πληθυσμούς, αλλά οι περισσότεροι είναι μικροί, κάτι που δεν είναι καλό γιατί εμφανίζονται φαινόμενα αιμομιξίας», εξηγεί ο κ. Αραβανόπουλος.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στον εντοπισμό τριών σημαντικών πληθυσμών στη Βόρεια Ελλάδα. Αναλυτικά: στον Όλυμπο, στον Χολομώντα κοντά στον Ταξιάρχη Χαλκιδικής και στον Βούρινο, στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης.
Εκεί οι επιστήμονες βρήκαν κάτι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. «Εντοπίσαμε από πολύ χαμηλές μέχρι πολύ υψηλές συγκεντρώσεις ταξόλης. Αυτό σημαίνει ότι αν επιλέξουμε δέντρα με υψηλή συγκέντρωση και τα πολλαπλασιάσουμε, μπορούμε να δημιουργήσουμε φυτείες με σημαντική παραγωγική δυναμική», τονίζει.
Το «αβαντάζ» του ελληνικού ίταμου
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της έρευνας, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην περιεκτικότητα των δέντρων σε ταξόλη.
Οι ελληνικοί πληθυσμοί του ίταμου θεωρούνται οριακοί, καθώς βρίσκονται στα νότια όρια της φυσικής εξάπλωσης του είδους, δηλαδή έχουν εξελιχθεί σε περιβάλλοντα με υψηλότερες θερμοκρασίες, μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας και γενικότερα πιο δύσκολες συνθήκες σε σχέση με πληθυσμούς της κεντρικής Ευρώπης.
«Βρισκόμαστε σε μια περιοχή που αντιμετωπίζει φαινόμενα κλιματικής αλλαγής και ξηρασίας. Πρόκειται για πληθυσμούς που έχουν συνηθίσει να βρίσκονται σε ένα καθεστώς καταπόνησης. Αυτό τους καθιστά ιδιαίτερα σημαντικούς, γιατί αποδεικνύουν ότι μπορούν να παράγουν κάτω από αντίξοες συνθήκες», επισημαίνει ο καθηγητής.
Αυτό ακριβώς είναι που δίνει στον ελληνικό ίταμο ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. «Το ενδιαφέρον στους ελληνικούς πληθυσμούς είναι ότι συνδυάζουν την παραγωγή της ουσίας με καλύτερη προσαρμογή σε ένα πιο απαιτητικό και στρεσογόνο περιβάλλον», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Μια ευκαιρία που η Ελλάδα δεν έχει αξιοποιήσει
Παρά τη διεθνή σημασία της ταξόλης, η Ελλάδα δεν έχει αναπτύξει μέχρι σήμερα παραγωγή της ουσίας από εγχώρια πρώτη ύλη. Οι φαρμακευτικές εφαρμογές βασίζονται αποκλειστικά σε εισαγόμενα προϊόντα.
Στα πρώτα χρόνια μετά την ανακάλυψη της ταξόλης, η εξαγωγή της ουσίας γινόταν με αποψίλωση χιλιάδων δέντρων, προκαλώντας σοβαρές απώλειες σε δασικά οικοσυστήματα. Σήμερα, όμως, η διαδικασία είναι πολύ πιο βιώσιμη.
Όπως εξηγεί ο κ. Αραβανόπουλος, η πρώτη ύλη μπορεί να προέρχεται από τις νεαρές βελόνες του δέντρου, τα φύλλα που παράγονται κάθε άνοιξη, χωρίς να απαιτείται η καταστροφή του ίδιου του φυτού.
Γι’ αυτό και οι επιστήμονες βλέπουν προοπτικές στην ανάπτυξη οργανωμένων φυτειών σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας, στα πρότυπα των φυτειών χριστουγεννιάτικων δέντρων.
«Αν η Ελλάδα δημιουργήσει τέτοιες φυτείες, σε βάθος πέντε έως δέκα χρόνων είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ενδιαφέρον για τη συγκομιδή και αξιοποίηση αυτού του υλικού», εκτιμά.
Παρ΄όλα αυτά, για να συμβεί αυτό απαιτείται στήριξη από την Πολιτεία. «Θα πρέπει να δοθούν κίνητρα και επιδοτήσεις μέσω ειδικών προγραμμάτων. Είναι ένα είδος που δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις. Τα ελληνικά βουνά κρύβουν ένα φυσικό εργαστήριο αντικαρκινικής ουσίας, αλλά χρειάζεται βοήθεια για να βγει αυτή η δυνατότητα στο φως», καταλήγει ο καθηγητής.

























