Στο πλαίσιο του εκθεσιακού θεσμού με τίτλο «Νέα αποκτήματα / Νέες προσεγγίσεις», μία περίοπτη προθήκη στον χώρο υποδοχής του μουσείου καλωσορίζει τους επισκέπτες, συστήνοντάς τους μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες, νέες και παλιές, αρχαιότητές του. Το επιτύμβιο ανάγλυφο του Ιπποστράτου, της Αντιγόνας και του γιου τους είναι παλιό απόκτημα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και μέχρι σήμερα παρέμενε άγνωστο πώς αυτό περιήλθε στην κατοχή του.
Η πρόσφατη ανακάλυψη αρχειακού υλικού σε Ελλάδα και Γαλλία μάς επιτρέπει πλέον να παρακολουθήσουμε για τουλάχιστον ενάμιση αιώνα την περιπετειώδη διαδρομή του προς το μουσείο. Μέσα από ξενάγηση που θα πραγματοποιηθεί από την αρχαιολόγο του Μουσείου, Εύη Παπαδοπούλου, Προϊσταμένη του Τμήματος Ψηφιακών Εφαρμογών και Καινοτόμων Υπηρεσιών θα δοθούν απαντήσεις για το πώς περιήλθε στην κατοχή του Μουσείου το επιτύμβιο ανάγλυφο και θα λυθεί το μυστήριο.
Η ξενάγηση θα πραγματοποιηθεί: ΗΜΕΡΟΜΗΝIA: 12 Ιουν 2026 / ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 12:00 ΧΩΡΟΣ: Φουαγιέ Μουσείου / ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
Οι περιπέτειες ενός αναγλύφου
Ειδικότερα, όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του εκθεσιακού θεσμού με τίτλο «Νέα αποκτήματα / Νέες προσεγγίσεις», μία περίοπτη προθήκη στον χώρο υποδοχής του μουσείου καλωσορίζει τους επισκέπτες, συστήνοντάς τους μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες, νέες και παλιές, αρχαιότητές του.

Αντικείμενα που είτε αποκτήθηκαν πρόσφατα και για πρώτη φορά παρουσιάζονται στο επιστημονικό και ευρύ κοινό, είτε ανασύρθηκαν από τα ράφια των αποθηκών για να εκτεθούν υπό το πρίσμα μιας νέας προσέγγισης, μετά από μία διαδικασία αποκατάστασης, μία νέα ερμηνεία ή μετά από νέα επιστημονικά δεδομένα.
Το επιτύμβιο ανάγλυφο του Ιπποστράτου, της Αντιγόνας και του γιου τους είναι παλιό απόκτημα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και μέχρι σήμερα παρέμενε άγνωστο πώς αυτό περιήλθε στην κατοχή του. Η πρόσφατη ανακάλυψη αρχειακού υλικού σε Ελλάδα και Γαλλία μάς επιτρέπει πλέον να παρακολουθήσουμε για τουλάχιστον ενάμιση αιώνα την περιπετειώδη διαδρομή του προς το μουσείο.

Το ανάγλυφο δημοσιεύεται για πρώτη φορά το 1860 από τον Γάλλο ερευνητή L. Heuzey, ο οποίος το ανακάλυψε στα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Αθανασίου στον Κολινδρό Πιερίας, όπου είχε χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό. Λίγα χρόνια αργότερα, ωστόσο, το γλυπτό μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, καθώς το 1869 ο ερευνητής P. Vidal-Lablache το εντοπίζει στην ελληνική συνοικία της πόλης, στην αυλή της οικίας Μπίτσου. Το 1887, το γλυπτό ξαναδημοσιεύεται από τον Βρετανό D.G. Hogarth, αυτή τη φορά ωστόσο με την πληροφορία ότι φυλάσσεται στην αυλή του Βρετανικού Προξενείου. Έκτοτε, δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανήκει στην κυριότητα του Προξενείου. Πώς δημιουργήθηκε η παρανόηση αυτή και ποιος τελικά ήταν ο Μπίτσος, ο φερόμενος ιδιοκτήτης του;
Πρόσφατη έρευνα γύρω από τον συλλέκτη Μπίτσο και τη δράση του έφερε στο φως άγνωστα αρχειακά τεκμήρια, τα οποία προσφέρουν νέα στοιχεία για την ταυτότητά του, όπως επίσης και για τη συλλογή μακεδονικών αρχαιοτήτων που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη στο β’ μισό του 19ου-αρχές του 20ού αιώνα. Η τύχη της συλλογής παρέμενε μέχρι σήμερα άγνωστη, γεγονός ιδιαίτερα σύνηθες για τις πρώιμες ιδιωτικές αρχαιολογικές συλλογές. Στην περίπτωση της συλλογής Μπίτσου έχουμε ωστόσο, όπως πρόσφατα διαπιστώθηκε, μια σπάνια εξαίρεση. Χάρη σε μια σειρά συγκυριών, σχεδόν το σύνολο των αρχαιοτήτων της κατέληξε στις συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα το μουσείο να έχει στην κατοχή του την παλαιότερη αρχαιολογική συλλογή που διασώθηκε από τον 19ο αιώνα.
Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το ανάγλυφο του Ιπποστράτου και για την αρχαιολογική συλλογή του Μπίτσου, επισκεφθείτε τα «Νέα αποκτήματα / Νέες προσεγγίσεις» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, που θα ανακοινώνονται στην ιστοσελίδα του Μουσείου, θα προσφέρεται μικρής διάρκειας ξενάγηση από την αρχαιολόγο Εύη Παπαδοπούλου, προϊσταμένη του τμήματος ΨηφιακώνΕφαρμογών και Καινοτόμων Υπηρεσιών ΑΜΘ, όπως αυτή που θα γίνει στις 12 Ιουνίου 2026.
























