Τη δική του ανάγνωση για το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο στην Ελλάδα περιγράφει σε συνέντευξη του στο ThessPost.gr, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Χρήστος Γιαννούλης, επισημαίνοντας πως «η κοινωνία σήμερα ζητά πειστική εναλλακτική διακυβέρνηση».
Παράλληλα, αναφέρεται στις εξελίξεις στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και στον ρόλο που ενδέχεται να διαδραματίσει ο Αλέξης Τσίπρας, καθώς και στις προϋποθέσεις συγκρότησης ενός ισχυρού μετώπου απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΦΙΛΙΠΠΑ ΒΛΑΣΤΟΥ
Πώς αξιολογείτε τη σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και ποια είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ;
Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια βαθιά κοινωνική και θεσμική κόπωση. Παρά την κυβερνητική ρητορική περί «σταθερότητας» και «εκσυγχρονισμού», η καθημερινότητα των πολιτών δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Επίμονη ακρίβεια, οξυμένη στεγαστική κρίση, πιέσεις στα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει επενδύσει σε ένα αφήγημα οικονομικής προόδου, το οποίο όμως δεν αποτυπώνεται ισότιμα στην κοινωνία. Η ανάπτυξη, όπου υπάρχει, δεν φτάνει στην πραγματική οικονομία με τρόπο που να ανακουφίζει τα νοικοκυριά. Αντίθετα, παρατηρείται διεύρυνση ανισοτήτων, αύξηση του κόστους ζωής και μια αγορά που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, με ανεπαρκείς ελέγχους, αφήνοντας χώρο στην αισχροκέρδεια και τα υπερκέρδη σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια, τα τρόφιμα και η στέγη.
Παράλληλα, υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα θεσμικής λειτουργίας του κράτους. Οι υποθέσεις που αφορούν τις παρακολουθήσεις, η διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων και η συνολική εικόνα ελλιπούς λογοδοσίας δημιουργούν ένα περιβάλλον δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς. Δεν είναι μόνο πολιτικό το ζήτημα αλλά βαθιά δημοκρατικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τοποθετείται ως η βασική προοδευτική δύναμη αντιπολίτευσης που επιδιώκει να εκφραστεί αυτή τη κοινωνική δυσαρέσκεια με μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η θέση του δεν είναι απλώς καταγγελτική, αλλά προγραμματική. Με ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, ρύθμιση της αγοράς ώστε να αντιμετωπιστεί η αισχροκέρδεια, ουσιαστικές πολιτικές για τη στέγη και την ενέργεια, και κυρίως αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς μέσα από διαφάνεια και λογοδοσία.
Η πολιτική σύγκρουση, συνεπώς, δεν είναι απλώς μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, αλλά μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το κράτος και την κοινωνία. Από τη μία ένα μοντέλο που ευνοεί τα ολιγοπώλια και αφήνει τις αγορές να αυτορυθμίζονται με περιορισμένο έλεγχο, και από την άλλη μια προοδευτική προσέγγιση που θεωρεί ότι το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει ενεργά για την κοινωνική συνοχή και την προστασία των πολλών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη πολιτικής αλλαγής δεν είναι απλώς κομματική επιλογή, αλλά κοινωνικό αίτημα που διαμορφώνεται όλο και πιο έντονα στην ελληνική κοινωνία.
Η κάθοδος προς τις εκλογές από τον Αλέξη Τσίπρα με ένα δικό του κόμμα πιστεύετε θα διαταράξει τις ισορροπίες στον ΣΥΡΙΖΑ; Ή θα ανοίξει τον διάλογο για την αναδιαμόρφωση της προοδευτικής παράταξης;
Η πολιτική συζήτηση γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα δεν μπορεί να ιδωθεί απλουστευτικά ως μια τεχνητή αναδιάταξη ισορροπιών. Αγγίζει συνολικά το πεδίο της προοδευτικής παράταξης στην Ελλάδα και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατία.
Πρώτα απ’ όλα, είναι σαφές ότι ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει μια ιστορικά σημαντική πολιτική προσωπικότητα, με ισχυρό αποτύπωμα τόσο στην περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ όσο και στη διαμόρφωση της σύγχρονης Αριστεράς. Επομένως, οποιαδήποτε πολιτική του κίνηση έχει αντικειμενικά βαρύτητα και προκαλεί ανακατατάξεις στο ευρύτερο προοδευτικό στρατόπεδο.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν «ισορροπίες» ή «αναταράξεις» σε έναν συγκεκριμένο κομματικό σχηματισμό, αλλά αν ο συνολικός προοδευτικός χώρος θα μπορέσει να περάσει από τη σημερινή φάση κατακερματισμού σε μια νέα φάση πολιτικής και προγραμματικής συγκρότησης.
Σήμερα, το προοδευτικό στρατόπεδο στην Ελλάδα εμφανίζεται πολυδιασπασμένο, με διαφορετικά κέντρα αναφοράς. Αυτό δημιουργεί ένα πολιτικό κενό ισχυρής αντιπροσώπευσης, το οποίο σε μεγάλο βαθμό ευνοεί την κυβέρνηση, ακόμη και όταν υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η κοινωνία σήμερα ζητά πειστική εναλλακτική διακυβέρνηση. Ζητά απαντήσεις για το πώς θα μειωθεί το κόστος ζωής, πώς θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση, πώς θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και πώς θα υπάρξει πραγματική ρύθμιση της αγοράς ώστε να σταματήσει η ανεξέλεγκτη ακρίβεια.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πολιτική εξέλιξη στον χώρο της προοδευτικής παράταξης θα κριθεί τελικά από το αν θα συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης εξουσίας.
Η συζήτηση για το μέλλον της Αριστεράς και της ευρύτερης κεντροαριστεράς δεν μπορεί να γίνει με όρους προσωπικών ανταγωνισμών ή κομματικών μικροϋπολογισμών, αλλά με όρους κοινωνικής αναγκαιότητας.
Συνεπώς, το ζητούμενο σήμερα είναι η δυνατότητα συγκρότησης ενός ισχυρού προοδευτικού μετώπου, με ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης, που θα καταλήξει σε ένα κοινό ψηφοδέλτιο στις ερχόμενες εκλογές.
Ακρίβεια και στεγαστική κρίση είναι από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες στην Ελλάδα. Από την άλλη έχουμε σκάνδαλα όπως αυτό των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ. Πολίτες αναφέρουν τη δυσπιστία τους προς στους θεσμούς και την κυβέρνηση, ωστόσο βλέπουμε σε δημοσκοπήσεις πως η ΝΔ κατέχει ακόμη την πρωτιά. Για ποιον λόγο;
Η εικόνα που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις δεν μπορεί να αναγνωστεί επιφανειακά μόνο μέσα από τη σειρά κατάταξης των κομμάτων. Χρειάζεται να δούμε και τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, τα οποία συχνά είναι πιο αποκαλυπτικά από τα αριθμητικά δεδομένα.
Σήμερα, σχεδόν σε όλες τις ποιοτικές μετρήσεις καταγράφεται έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Οι πολίτες δηλώνουν σε υψηλά ποσοστά ότι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής, ότι η ακρίβεια έχει διαβρώσει το διαθέσιμο εισόδημα και ότι η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά προβλήματα. Παράλληλα, υπάρχει αυξημένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και στην κυβέρνηση, η οποία συνδέεται τόσο με οικονομικά σκάνδαλα όσο και με την αμφισβήτηση στην πράξη του κράτους δικαίου.
Επιπλέον, ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο είναι ότι στις ποιοτικές έρευνες καταγράφεται πλέον ως πλειοψηφική τάση η επιθυμία για πολιτική αλλαγή. Δηλαδή, ένα σημαντικό και διευρυνόμενο τμήμα της κοινωνίας θεωρεί ότι η σημερινή κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατία έχει κλείσει τον κύκλο της και απαιτείται διαφορετική πολιτική κατεύθυνση στη χώρα.
Το γεγονός ότι αυτή η δυσαρέσκεια δεν αποτυπώνεται ακόμη πλήρως στην πρόθεση ψήφου συνδέεται με τρεις βασικούς παράγοντες. Τη στάση αναμονής ενός μέρους του εκλογικού σώματος που περιμένει να δει μία εναλλακτική πρόταση εξουσίας, την επικοινωνιακή υπεροπλία της κυβέρνησης και την κατακερματισμένη εικόνα του προοδευτικού χώρου.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η στιγμιαία εικόνα των δημοσκοπήσεων, αλλά η δυνατότητα να εκφραστεί πολιτικά η πλειοψηφική πλέον τάση για αλλαγή. Και αυτό προϋποθέτει καθαρό προγραμματικό λόγο, πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και πολιτική αξιοπιστία απέναντι στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα.
Πόσο εφικτή είναι η συνεργασία του χώρου της ευρύτερης κεντροαριστεράς με στόχο να βρεθεί δυνατή απέναντι στη ΝΔ;
Ήδη εδώ και ενάμιση χρόνο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει τονίσει την ανάγκη συγκρότησης ενός προοδευτικού μετώπου και εργάζεται σε αυτήν την κατεύθυνση.
Ωστόσο, η συνεργασία δεν μπορεί να προκύψει μόνο από τη σύμπτωση προβληματισμών ή από εκλογικούς υπολογισμούς. Χρειάζεται καθαρή προγραμματική συμφωνία για το τι σημαίνει προοδευτική διακυβέρνηση, ποιος ρόλος αποδίδεται στο κράτος, πώς αντιμετωπίζεται η αγορά, πώς ρυθμίζονται κρίσιμοι τομείς όπως η ενέργεια, η στέγη και τα τρόφιμα, και πώς αποκαθίσταται η ισορροπία κοινωνικής δικαιοσύνης.
Χωρίς αυτά, κάθε συζήτηση για συνεργασία κινδυνεύει να είναι επιφανειακή και συγκυριακή, άρα και πολιτικά ασταθής. Με αυτά όμως, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια πραγματική προοδευτική εναλλακτική διακυβέρνησης απέναντι στη σημερινή πολιτική της Νέα Δημοκρατία.
Συνεπώς, η συνεργασία της κεντροαριστεράς είναι απολύτως εφικτή, αλλά θα κριθεί από το αν υπάρχει πολιτική βούληση υπέρβασης μικροκομματικών υπολογισμών.
Πόσο κοντά θεωρείτε ότι είμαστε σε πρόωρες εκλογές;
Με τα σημερινά δεδομένα και με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού, δεν υπάρχει ένδειξη ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται άμεσα σε πρόωρες εκλογές.
Ωστόσο, η πολιτική ανάλυση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις προθέσεις μιας κυβέρνησης. Οι εκλογικοί κύκλοι στην πράξη συχνά διαμορφώνονται και από εξωγενείς παράγοντες. Οι οικονομικές πιέσεις, η κοινωνική δυσαρέσκεια, οι θεσμικές κρίσεις και απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις, μπορεί να επιταχύνουν τις εξελίξεις.
Ιστορικά να το δούμε, όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να αντιμετωπίζει έντονη πολιτική φθορά και ταυτόχρονα περιορίζεται η ικανότητά της να παράγει πειστικές λύσεις για την καθημερινότητα των πολιτών, τότε το ενδεχόμενο πολιτικών εξελίξεων αυξάνεται.
Για τον προοδευτικό χώρο και ειδικά για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το κρίσιμο δεν είναι να «προβλέψει» τον χρόνο των εκλογών, αλλά να είναι έτοιμος πολιτικά και προγραμματικά.































