Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, τον Αύγουστο του 1917, επέφερε καίριο πλήγμα στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, το σημαντικότερο προσκύνημα της πόλεως και ένα από τα σπουδαιότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία του ελλαδικού χώρου.
Η καταστροφή υπήρξε εκτεταμένη, με αποτέλεσμα την κατάρρευση μεγάλου μέρους της ανωδομής και την απώλεια σημαντικού τμήματος του εσωτερικού διακόσμου. Η ανάγκη διάσωσης του μνημείου αναγνωρίσθηκε ήδη από τους συγχρόνους ως ζήτημα όχι μόνο τοπικής, αλλά και εθνικής και επιστημονικής σημασίας¹.
Η πρώτη μεταπυρκαϊκή φάση χαρακτηρίζεται από επείγοντα σωστικό χαρακτήρα. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Γεωργίου Σωτηρίου, ο οποίος κατέγραψε άμεσα την κατάσταση του μνημείου, τα αρχικά μέτρα αποσκοπούσαν στη στερέωση των σωζομένων τμημάτων και στην αποτροπή περαιτέρω καταρρεύσεων. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκε η υποστύλωση των τοίχων και των κιόνων, η απομάκρυνση των επικινδύνως ετοιμόρροπων στοιχείων κατόπιν τεκμηρίωσης, καθώς και η περισυλλογή και προστασία των σωζομένων ψηφιδωτών και αρχιτεκτονικών μελών². Η φάση αυτή δεν συνιστά ακόμη οργανωμένη αναστήλωση, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση του μνημειακού σώματος.
Παράλληλα, ήδη από τα πρώτα στάδια των εργασιών, η αποκατάσταση του ναού συνδέθηκε άρρηκτα με την αρχαιολογική έρευνα. Η καταστροφή αποκάλυψε τμήματα του μνημείου που έως τότε παρέμεναν άγνωστα ή μη προσβάσιμα, ενώ από τα ερείπια προήλθαν σημαντικά ευρήματα, ιδίως ψηφιδωτά και ζωγραφικά κατάλοιπα³. Ιδιαιτέρως καθοριστική υπήρξε η δυνατότητα συστηματικής διερεύνησης της κρύπτης και των υπογείων χώρων, γεγονός που συνέβαλε ουσιαστικά στην κατανόηση της αρχιτεκτονικής εξέλιξης του συγκροτήματος. Η αναστήλωση, ήδη από την απαρχή της, απέκτησε έτσι διττό χαρακτήρα: τεχνικό και επιστημονικό.
Καθοριστική για τη διαμόρφωση της πρώτης οργανωμένης φάσεως του έργου υπήρξε η ανάθεση της αναστηλώσεως στον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο. Όπως αναφέρει ο Σωτηρίου, το έργο της αποκατάστασης είχε αρχικώς ανατεθεί στον Ζάχο, ο οποίος έθεσε τις βασικές αρχές της επεμβάσεως⁴. Η συμβολή του εντοπίζεται κυρίως στη διαμόρφωση της γενικής αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της αναστήλωσης και στην προσπάθεια αποκατάστασης της βασιλικής μορφής του ναού. Η φάση αυτή, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς το έργο διακόπηκε και επιβραδύνθηκε σημαντικά λόγω των ιστορικών συνθηκών των επόμενων δεκαετιών.
Η μακρά διάρκεια της αναστηλώσεως οφείλεται αφενός στις τεχνικές δυσκολίες που παρουσίαζε το μνημείο και αφετέρου στις ιστορικές συγκυρίες, ιδίως στους πολέμους και τις οικονομικές δυσχέρειες του μεσοπολέμου και της Κατοχής. Ως εκ τούτου, η οριστική φάση της αποκαταστάσεως πραγματοποιήθηκε μόνον μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σωτηρίου, το 1945 συγκροτήθηκε ειδική επιστημονική επιτροπή, αποτελούμενη από τον ίδιο, τον Αναστάσιο Ορλάνδο, τον Ανδρέα Ξυγγόπουλο και τον Στυλιανό Πελεκανίδη, η οποία ανέλαβε την ολοκλήρωση του έργου⁵. Η σύσταση της επιτροπής σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια συστηματική και συλλογικά οργανωμένη φάση αναστηλώσεως, με σαφή επιστημονικά κριτήρια.
Η τελική αυτή περίοδος συνδέθηκε άμεσα με την εντατικοποίηση των ανασκαφικών εργασιών. Όπως επισημαίνει ο Σωτηρίου, οι σκαφές που πραγματοποιήθηκαν το 1949 αποτελούσαν συνέχεια των ερευνών που είχαν αρχίσει αμέσως μετά την πυρκαγιά και εξελίσσονταν παράλληλα με το έργο της αναστήλωσης⁶. Αφορμή για τις συγκεκριμένες εργασίες στάθηκε η επικείμενη αποκατάσταση του δαπέδου, γεγονός που επέτρεψε την πλήρη διερεύνηση των υποκειμένων στρωμάτων. Κατά τις έρευνες αυτές αποκαλύφθηκαν σημαντικά στοιχεία για τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου, όπως τμήματα των παλαιότερων δαπέδων, το σύνθρονο του ιερού βήματος, καθώς και κατάλοιπα προγενέστερων οικοδομικών φάσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι ανασκαφές κατέδειξαν τη σύνθετη οικοδομική ιστορία του μνημείου, επιβεβαιώνοντας τη διαδοχή φάσεων από την παλαιοχριστιανική περίοδο έως τους μεταγενέστερους χρόνους. Παράλληλα, κατέστη δυνατή η τεκμηρίωση της σχέσεως της βασιλικής με τα κατάλοιπα του ρωμαϊκού λουτρού, επάνω στα οποία αυτή ανεγέρθηκε. Τα δεδομένα αυτά ενσωματώθηκαν άμεσα στο πρόγραμμα της αναστήλωσης, καθιστώντας το έργο όχι απλώς αποκαταστατικό, αλλά και ερμηνευτικό ως προς τη μορφή και την εξέλιξη του μνημείου.
Η ολοκλήρωση των εργασιών και η επαναλειτουργία του ναού στις 26 Οκτωβρίου 1949 αποτέλεσαν το επιστέγασμα μιας πορείας που διήρκεσε περισσότερο από τρεις δεκαετίες⁷. Η αποκατάσταση του Αγίου Δημητρίου δεν περιορίσθηκε στην ανακατασκευή ενός κατεστραμμένου κτηρίου, αλλά συνιστά ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα συνδυασμένης αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής επεμβάσεως στον ελληνικό χώρο. Μέσω αυτής διασώθηκε ένα μνημείο εξαιρετικής σημασίας, ενώ παράλληλα προέκυψαν κρίσιμα δεδομένα για την ιστορία, την αρχιτεκτονική και τη λειτουργία του.
Συνοψίζοντας, η αναστήλωση του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου μετά την πυρκαγιά του 1917 αποτελεί ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο εγχείρημα, στο οποίο συνυφαίνονται η ανάγκη διάσωσης, η αρχαιολογική έρευνα και η επιστημονική αποκατάσταση. Η σημασία της υπερβαίνει τα όρια της τεχνικής επέμβασης, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανάδειξη και την κατανόηση ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της χριστιανικής αρχαιότητας.
Παραπομπές:
1. Γ. Σωτηρίου, Η καταστροφή του ναού του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης από την πυρκαγιά του 1917, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 15–20.
2. Ό.π., σ. 25–30.
3. Ό.π., σ. 35–40.
4. Γ. Α. Σωτηρίου, «Ανασκαφαί εν τη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης», Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 104 (1949), σ. 136.
5. Ό.π., σ. 136–137.
6. Ό.π., σ. 135–136.
7. Υπουργείο Πολιτισμού, «Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης».
Πηγή: Γραφείο Αναδείξεως και Προβολής των Ιερών Προσκυνημάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης