Μαύρη επέτειος σήμερα για τη Θεσσαλονίκη, καθώς συμπληρώνονται 48 χρόνια από τον φονικό και καταστροφικό σεισμό της 20ης Ιουνίου 1978, που τότε έπληξε την πόλη.
Ήταν 20 Ιουνίου 1978. Λίγο μετά τις 23.00 η Θεσσαλονίκη “ταράχτηκε” από ισχυρή σεισμική δόνηση, μία από τις μεγαλύτερες που σημειώθηκε σε μεγάλο αστικό κέντρο στην Ελλάδα. Ο σεισμός είχε ένταση 6,5 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ και είχε επίκεντρο 20 χιλιόμετρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, μεταξύ της λίμνης Κορώνειας και Βόλβης, στο χωριό Στίβος. Ο Εγκέλαδος προκάλεσε πανικό σε όλη την πόλη.
Από τον σεισμό κατέρρευσε πολυκατοικία οκτώ ορόφων στην πλατεία Ιπποδρομίου. Συνολικά 29 άνθρωποι έχασαν εκεί τη ζωή τους. Συνολικά, ο φονικός σεισμός προκάλεσε το θάνατο 49 ατόμων, ενώ προκλήθηκαν ζημιές στο 5% των ακινήτων της πόλης. Σε όλη την πόλη η κατάσταση ήταν δραματική. Άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους, που είχαν “μπουκώσει” από τη συσσώρευση οχημάτων, καθιστώντας αδύνατη τη μετακίνηση ασθενοφόρων και πυροσβεστικών οχημάτων.
Το Γραφείο Αναδείξεως και Προβολής των Ιερών Προσκυνημάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης κάνει μια ιστορική αναδρομή στα τραγικά γεγονότα, εστιάζοντας στις καταστροφές που προκάλεσε ο Εγκέλαδος στους ιερούς ναούς και στα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης.
Διαβάζουμε στο σχετικό αφιέρωμα:
Η 20η Ιουνίου 1978 αποτελεί μία από τις πλέον τραυματικές ημερομηνίες της νεότερης ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Ο ισχυρός σεισμός που έπληξε την πόλη αργά το βράδυ εκείνης της ημέρας δεν προκάλεσε μόνο ανθρώπινες απώλειες και εκτεταμένες υλικές καταστροφές· χαράχθηκε βαθιά στη συλλογική μνήμη των Θεσσαλονικέων ως μια εμπειρία φόβου, αγωνίας και ανατροπής της καθημερινής ζωής.

Για πολλές ημέρες μετά τη δόνηση, η πόλη έμοιαζε άδεια. Χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, άλλοι κατέφυγαν σε πάρκα, πλατείες, αυλές, γήπεδα και πρόχειρους καταυλισμούς, ενώ οι συνεχείς μετασεισμοί συντηρούσαν το αίσθημα ανασφάλειας. Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της εποχής αποτύπωσαν εύγλωττα την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών, μιλώντας για «πανικό», «πένθος», «έρημη πόλη» και «νεκρή Θεσσαλονίκη».
Ωστόσο, ο σεισμός του 1978 υπήρξε καθοριστικός και για έναν ακόμη λόγο: ανέδειξε με δραματικό τρόπο την ευθραυστότητα της ιστορικής και εκκλησιαστικής κληρονομιάς της Θεσσαλονίκης. Οι παλαιοχριστιανικοί, βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί ναοί, οι οποίοι είχαν ήδη υποστεί φθορές από τον χρόνο, παλαιότερους σεισμούς, πυρκαγιές και αλλεπάλληλες επεμβάσεις, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια νέα μεγάλη δοκιμασία.

Έτσι, η καταστροφή μετατράπηκε σταδιακά σε αφετηρία μιας ευρύτερης προσπάθειας στερέωσης, συντήρησης και αποκατάστασης μνημείων. Ο σεισμός της 20ης Ιουνίου 1978 υπήρξε τραύμα για την πόλη, αλλά ταυτόχρονα και σταθμός στη νεότερη ιστορία της προστασίας των ιερών μνημείων της Θεσσαλονίκης.
Η προσεισμική ακολουθία και το κλίμα ανησυχίας
Ο μεγάλος σεισμός δεν ήρθε χωρίς προειδοποιητικά φαινόμενα. Ήδη από τον Μάιο του 1978 η ευρύτερη περιοχή της Μυγδονίας παρουσίαζε έντονη σεισμική δραστηριότητα. Στις 24 Μαΐου σημειώθηκε ισχυρός προσεισμός μεγέθους περίπου 5,8 Ρίχτερ, ενώ στις 19 Ιουνίου, μία ημέρα πριν από την κύρια δόνηση, καταγράφηκε νέος σημαντικός προσεισμός, περίπου 5,3 Ρίχτερ.

Οι συνεχείς αυτές δονήσεις είχαν προκαλέσει ανησυχία στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης και των γύρω περιοχών, χωρίς όμως να μπορεί να προβλεφθεί η ένταση του γεγονότος που θα ακολουθούσε. Η πόλη ζούσε ήδη σε κλίμα φόβου και αβεβαιότητας, το οποίο κορυφώθηκε το βράδυ της 20ής Ιουνίου.

Η νύχτα της 20ης Ιουνίου 1978
Λίγο μετά τις 11 το βράδυ, ισχυρή σεισμική δόνηση μεγέθους 6,5 Ρίχτερ συγκλόνισε τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία. Το επίκεντρο εντοπίστηκε στην περιοχή μεταξύ των λιμνών Κορώνειας και Βόλβης, στον ευρύτερο χώρο της Μυγδονίας.
Η δόνηση έγινε ιδιαίτερα αισθητή μέσα στον πυκνοδομημένο ιστό της Θεσσαλονίκης. Οι ζημιές υπήρξαν μεγάλες, ενώ οι ανθρώπινες απώλειες σημάδεψαν ανεξίτηλα την πόλη. Οι επίσημες καταγραφές αναφέρουν 45 νεκρούς, ενώ άλλες αναφορές ανεβάζουν τον αριθμό στους 49. Εκατοντάδες άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν προσωρινά τις κατοικίες τους.
Το τραγικότερο σημείο της καταστροφής υπήρξε η κατάρρευση της πολυκατοικίας στην πλατεία Ιπποδρομίου, στην οδό Ιωακείμ Κυρίλλου. Εκεί χάθηκε μεγάλος αριθμός ανθρώπων και το σημείο αυτό έγινε το κατεξοχήν σύμβολο του σεισμού στη συλλογική μνήμη της Θεσσαλονίκης.
Η «έρημη πόλη» των ημερών του σεισμού
Οι εφημερίδες των επόμενων ημερών κατέγραψαν με δραματικούς τίτλους την εικόνα της Θεσσαλονίκης: «Πανικός και πένθος σε μιαν έρημη πόλη», «Νεκρή πόλη η Θεσσαλονίκη», «Νέοι τρομακτικοί σεισμοί τη νύχτα». Οι λέξεις αυτές δεν αποτελούσαν απλή δημοσιογραφική υπερβολή· αποτύπωναν την πραγματική ψυχολογία μιας πόλης που είχε χάσει ξαφνικά την αίσθηση ασφάλειας.
Οι κάτοικοι φοβούνταν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Πολλοί κοιμήθηκαν για ημέρες ή και εβδομάδες σε αυτοκίνητα, πλατείες, πάρκα, αυλές και πρόχειρους καταυλισμούς. Οι μετασεισμοί, που συνεχίζονταν, ενίσχυαν τον φόβο και παρέτειναν την αβεβαιότητα.
Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κοινωνική και ψυχολογική δοκιμασία. Δεν κατέρρευσαν μόνο κτίρια· κλονίστηκε η καθημερινότητα, η εμπιστοσύνη στον αστικό χώρο, η αίσθηση σταθερότητας μιας ολόκληρης γενιάς.
Το δράμα της πλατείας Ιπποδρομίου
Η κατάρρευση της πολυκατοικίας στην πλατεία Ιπποδρομίου υπήρξε το πιο τραγικό και πιο εμβληματικό γεγονός του σεισμού. Οι εικόνες των ερειπίων, των συνεργείων διάσωσης, των στρατιωτών, των πυροσβεστών και των πολιτών που παρακολουθούσαν με αγωνία τις επιχειρήσεις απεγκλωβισμού έμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη της πόλης.

Το Ιπποδρόμιο έγινε το σημείο όπου η καταστροφή απέκτησε ανθρώπινο πρόσωπο. Εκεί συμπυκνώθηκε ο πόνος των οικογενειών, η αγωνία για τους αγνοουμένους, η προσπάθεια των σωστικών συνεργείων και η αίσθηση μιας πόλης που πενθούσε.
Για τη Θεσσαλονίκη, ο σεισμός του 1978 ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με αυτήν την κατάρρευση, όπως η πυρκαγιά του 1917 ταυτίστηκε με την εικόνα της καμένης πόλης.
Η Θεσσαλονίκη μπροστά στη δοκιμασία
Ο σεισμός ανέδειξε τις αδυναμίες του οικοδομικού αποθέματος της πόλης. Πολλά κτίρια κρίθηκαν ακατάλληλα ή επικίνδυνα, ενώ οι έλεγχοι που ακολούθησαν αποκάλυψαν σοβαρά προβλήματα σε κατοικίες, δημόσια κτίρια, σχολεία και επαγγελματικούς χώρους.
Παράλληλα, όμως, η δοκιμασία αυτή ανέδειξε και την αλληλεγγύη των κατοίκων. Κρατικές υπηρεσίες, τοπική αυτοδιοίκηση, επιστημονικοί φορείς, στρατός, εθελοντές και εκκλησιαστικές δομές κινητοποιήθηκαν για την ανακούφιση των πληγέντων.
Η πόλη άρχισε σταδιακά να οργανώνει την επιβίωση και την ανασυγκρότησή της. Ο σεισμός έγινε αφορμή για βαθύτερη κατανόηση της ανάγκης αντισεισμικής προστασίας, καλύτερου ελέγχου των κτιρίων και σοβαρότερης μέριμνας για τα ιστορικά μνημεία.
Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης δίπλα στους σεισμόπληκτους
Μέσα σε αυτήν τη μεγάλη δοκιμασία, η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και οι ενορίες της πόλης δεν έμειναν αμέτοχες. Υπό την ποιμαντική καθοδήγηση του τότε Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Β΄, αναπτύχθηκε προσπάθεια στήριξης των σεισμόπληκτων κατοίκων.
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες του ίδιου του μακαριστού Μητροπολίτου, η μέριμνα της Εκκλησίας περιλάμβανε συγκέντρωση και διανομή ειδών πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιμα, ρουχισμό, σκεπάσματα και φάρμακα. Το εκτεταμένο δίκτυο των ενοριών της Θεσσαλονίκης λειτούργησε ως μηχανισμός άμεσης συμπαράστασης, σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και ζούσαν προσωρινά σε ανοιχτούς χώρους.
Οι ναοί, πέρα από χώροι λατρείας, έγιναν σημεία αναφοράς, παρηγορίας και κοινωνικής συνοχής. Η Εκκλησία στάθηκε δίπλα στους ανθρώπους όχι με θεωρητικό λόγο αλλά με έμπρακτη φροντίδα, προσφέροντας όσα ήταν αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση και την πνευματική ενίσχυση των δοκιμαζόμενων κατοίκων.
Η διάσταση αυτή είναι ουσιώδης για την κατανόηση του σεισμού από την οπτική της εκκλησιαστικής ιστορίας της πόλης. Η Θεσσαλονίκη δεν δοκιμάστηκε μόνο ως πολεοδομικό σύνολο αλλά και ως κοινότητα ανθρώπων, στην οποία η ενοριακή ζωή διαδραμάτισε ρόλο στήριξης και ενότητας.
Τα ιερά μνημεία ως πληγωμένοι μάρτυρες της ιστορίας
Ιδιαίτερη σημασία για τη Θεσσαλονίκη είχε η επίδραση του σεισμού στα ιστορικά και εκκλησιαστικά μνημεία της. Οι παλαιοχριστιανικοί και βυζαντινοί ναοί της πόλης είχαν ήδη πίσω τους μακρά ιστορία δεκαπέντε και πλέον αιώνων. Είχαν υποστεί παλαιότερους σεισμούς, πυρκαγιές, μετασκευές, αλλοιώσεις, αλλαγές χρήσης και πολλές επεμβάσεις.
Ο σεισμός του 1978 δεν δημιούργησε απλώς νέες βλάβες· αποκάλυψε και επιδείνωσε παλαιότερα προβλήματα.
Ρηγματώσεις, αποκολλήσεις κονιαμάτων, φθορές σε τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, προβλήματα στους θόλους, στους τρούλους και στις τοιχοποιίες ανέδειξαν την ανάγκη συστηματικής επιστημονικής παρέμβασης.
Τα μνημεία της Θεσσαλονίκης στάθηκαν ως «πληγωμένοι μάρτυρες» της ιστορίας. Μέσα στις ρωγμές τους φάνηκαν όχι μόνο οι συνέπειες της σεισμικής δόνησης αλλά και η μακραίωνη πορεία μιας πόλης που έζησε αδιάκοπα πάνω στα ίχνη του παρελθόντος της.
Οι βυζαντινοί ναοί και τα μνημεία που επλήγησαν
Οι ζημιές αφορούσαν σημαντικό αριθμό μνημείων. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Ροτόντα, η Αγία Σοφία, η Παναγία Αχειροποίητος, η Παναγία Χαλκέων, η Μονή Βλατάδων, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η Νέα Παναγία, ο Άγιος Παντελεήμων, ο Λευκός Πύργος και άλλα βυζαντινά, μεταβυζαντινά, οθωμανικά και οχυρωματικά μνημεία της πόλης.
Η παρούσα μελέτη δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει τις ειδικές τεχνικές και αρχαιολογικές εκθέσεις των αρμοδίων υπηρεσιών. Εκείνες ανήκουν στο πεδίο της αρχαιολογικής, αρχιτεκτονικής και στατικής τεκμηρίωσης. Σκοπός εδώ είναι να αναδειχθεί η συνολική ιστορική σημασία του σεισμού για τη μνημειακή και προσκυνηματική φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης.
Ο σεισμός του 1978 υπήρξε η αφορμή για να αντιμετωπιστούν συνολικά και συστηματικά προβλήματα που αφορούσαν τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης. Μέσα από τις επεμβάσεις που ακολούθησαν, πολλά από αυτά διασώθηκαν, στερεώθηκαν και αναδείχθηκαν με νέο τρόπο.
Η Ροτόντα ως σύμβολο της μετασεισμικής αποκατάστασης
Από όλα τα μνημεία της Θεσσαλονίκης, η Ροτόντα αποτέλεσε ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των συνεπειών του σεισμού και της μεταγενέστερης αναστηλωτικής προσπάθειας.

Οι βλάβες που υπέστη το μνημείο ήταν ιδιαίτερα σοβαρές και επέβαλαν μακροχρόνιες εργασίες στερέωσης. Για πολλά χρόνια το εσωτερικό της παρέμεινε καλυμμένο με ικριώματα, υποστηρικτικές κατασκευές και ξυλότυπους. Η εικόνα αυτή έγινε σχεδόν σύμβολο της μετασεισμικής Θεσσαλονίκης.
Ιδιαίτερη μέριμνα δόθηκε στην προστασία των περίφημων ψηφιδωτών του τρούλου, τα οποία αποτελούν κορυφαίο δείγμα παλαιοχριστιανικής τέχνης. Η στερέωση του μνημείου και η συντήρηση του διακόσμου του θεωρήθηκαν έργα εξαιρετικής σημασίας και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την ελληνική και διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Η Ροτόντα δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι ο σεισμός, ενώ τραυμάτισε τα μνημεία, ταυτόχρονα οδήγησε σε βαθύτερη γνώση και ουσιαστικότερη προστασία τους.
Η Αγία Σοφία, η Αχειροποίητος και η Παναγία Χαλκέων
Η Αγία Σοφία, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, συγκαταλέγεται στα μνημεία που επηρεάστηκαν από τον σεισμό. Οι μετασεισμικές επεμβάσεις συνέβαλαν στη μελέτη της στατικής συμπεριφοράς του ναού και στην καλύτερη κατανόηση των αναγκών προστασίας του.

Η Παναγία Αχειροποίητος υπέστη επίσης σημαντικές βλάβες, οι οποίες κατέστησαν αναγκαία την εκτέλεση εργασιών στερέωσης και αποκατάστασης. Η περίπτωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για έναν από τους αρχαιότερους σωζόμενους παλαιοχριστιανικούς ναούς της Θεσσαλονίκης και ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της χριστιανικής αρχαιότητας στην πόλη.
Στην Παναγία Χαλκέων, οι ζημιές από τους σεισμούς του 1978 οδήγησαν σε νέο κύκλο εργασιών αποκατάστασης από το 1980 και εξής. Το γεγονός αυτό δείχνει τη συνέχεια ανάμεσα στη φυσική καταστροφή και στη μακρόχρονη μέριμνα για τη διάσωση των μνημείων.
Νέα ευρήματα και επιστημονική γνώση
Οι εργασίες που ακολούθησαν τον σεισμό δεν είχαν μόνο σωστικό χαρακτήρα. Σε αρκετές περιπτώσεις αποκάλυψαν άγνωστα έως τότε στοιχεία για την ιστορία των μνημείων.
Κατά τις στερεωτικές και συντηρητικές επεμβάσεις ήρθαν στο φως νέες τοιχογραφίες, οικοδομικές φάσεις και αρχιτεκτονικά δεδομένα. Σημαντικές αποκαλύψεις συνδέθηκαν με τη Μονή Βλατάδων, την Αγία Σοφία, τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και τη Νέα Παναγία.
Έτσι, ο σεισμός λειτούργησε παραδόξως και ως αφορμή για την παραγωγή νέας επιστημονικής γνώσης. Η ανάγκη διάσωσης των μνημείων οδήγησε σε βαθύτερη μελέτη τους, σε νέα τεκμηρίωση και σε καλύτερη κατανόηση της βυζαντινής και μεταβυζαντινής Θεσσαλονίκης.
Η μεγάλη αναστηλωτική προσπάθεια
Η μετασεισμική περίοδος σηματοδότησε ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα αποκατάστασης μνημείων στη νεότερη ιστορία της Θεσσαλονίκης. Οι επεμβάσεις αφορούσαν δεκάδες χριστιανικά, μουσουλμανικά και οχυρωματικά μνημεία της πόλης.
Οι εργασίες περιλάμβαναν στερεώσεις τοιχοποιιών, ενισχύσεις θόλων και τρούλων, αποκαταστάσεις δομικών στοιχείων, συντήρηση τοιχογραφιών και ψηφιδωτών, καθώς και συστηματική αρχαιολογική και αρχιτεκτονική τεκμηρίωση.
Το σημαντικότερο ίσως αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν ότι η Θεσσαλονίκη απέκτησε νέα συνείδηση της μνημειακής της κληρονομιάς. Τα μνημεία δεν αντιμετωπίστηκαν πλέον μόνο ως λατρευτικοί ή ιστορικοί χώροι, αλλά ως ζωντανοί οργανισμοί που απαιτούσαν συνεχή φροντίδα, επιστημονική παρακολούθηση και υπεύθυνη διαχείριση.
Ο σεισμός και η νέα αντισεισμική πολιτική
Ο σεισμός του 1978 αποτέλεσε καμπή και για την αντισεισμική πολιτική της Ελλάδας. Οι έλεγχοι των κτιρίων, οι κατατάξεις επικινδυνότητας, οι μηχανισμοί αποκατάστασης και η αναθεώρηση των αντισεισμικών αντιλήψεων οδήγησαν σε νέα πρακτική διαχείρισης σεισμικών κινδύνων.
Η Θεσσαλονίκη έγινε μεγάλο εργαστήριο για μηχανικούς, σεισμολόγους, αρχιτέκτονες, αρχαιολόγους και συντηρητές. Η συνεργασία διαφορετικών επιστημονικών κλάδων υπήρξε καθοριστική τόσο για τα σύγχρονα κτίρια όσο και για τα ιστορικά μνημεία.
Η εμπειρία του σεισμού απέδειξε ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι δύο ασύνδετες πραγματικότητες. Αποτελούν όψεις της ίδιας ευθύνης απέναντι στην πόλη, στην ιστορία και στους ανθρώπους της.
Η εκκλησιαστική και μνημειακή μνήμη του σεισμού
Για την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, ο σεισμός του 1978 υπήρξε ταυτόχρονα ποιμαντική και μνημειακή δοκιμασία. Από τη μία πλευρά, έπρεπε να στηριχθούν οι σεισμόπληκτοι, οι οικογένειες των θυμάτων, οι τραυματίες, οι άστεγοι και οι φοβισμένοι κάτοικοι. Από την άλλη, έπρεπε να προστατευθούν οι ναοί και τα ιερά μνημεία που αποτελούν την ίδια την ιστορική ταυτότητα της πόλης.
Η Θεσσαλονίκη είναι πόλη όπου η εκκλησιαστική ζωή συνδέεται άρρηκτα με τον αστικό χώρο. Οι ναοί δεν είναι απλώς οικοδομήματα· είναι τόποι μνήμης, προσευχής, ιστορικής συνέχειας και συλλογικής ταυτότητας. Όταν οι ναοί τραυματίστηκαν, τραυματίστηκε ένα μέρος της μνήμης της πόλης. Όταν αποκαταστάθηκαν, η πόλη ανέκτησε ένα σημαντικό τμήμα της πνευματικής και πολιτιστικής της συνέχειας.
Ο σεισμός της 20ής Ιουνίου 1978 υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες που γνώρισε η Θεσσαλονίκη κατά τον 20ό αιώνα. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι τραυματισμοί, οι καταστροφές και ο φόβος των μετασεισμών σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη των κατοίκων της.
Ωστόσο, η ιστορία του σεισμού δεν εξαντλείται στην καταστροφή. Για τα ιερά μνημεία της Θεσσαλονίκης υπήρξε επίσης αφετηρία νέας φροντίδας, επιστημονικής μελέτης και συστηματικής αποκατάστασης. Οι πληγές που άνοιξαν στους ναούς και στα μνημεία ανέδειξαν την ανάγκη προστασίας τους και κινητοποίησαν ένα μεγάλο έργο διάσωσης.
Η Ροτόντα, η Αγία Σοφία, η Αχειροποίητος, η Παναγία Χαλκέων, η Μονή Βλατάδων και άλλα μνημεία της πόλης πέρασαν μέσα από τη δοκιμασία και αναδείχθηκαν εκ νέου ως ζωντανοί φορείς της ιστορίας της Θεσσαλονίκης.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ο σεισμός του 1978 παραμένει μια οδυνηρή μνήμη, αλλά και ένα κεφάλαιο ευθύνης και αναγέννησης. Υπενθυμίζει ότι τα μνημεία δεν είναι άφθαρτα, ότι η ιστορική μνήμη χρειάζεται φροντίδα και ότι η Εκκλησία, η επιστήμη και η κοινωνία μπορούν, μέσα από τη συνεργασία, να μετατρέψουν μια μεγάλη δοκιμασία σε αφετηρία προστασίας, αναστήλωσης και βαθύτερης συνείδησης της πνευματικής κληρονομιάς της πόλης.
Πηγή: Γραφείο Αναδείξεως και Προβολής των Ιερών Προσκυνημάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
























