Γράφει ο Μίλτος Τόσκας, Στέλεχος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), Φαρμακοποιός και Κριτικός Κινηματογράφου
Η οικονομία της προσοχής δε ξεκινά στο γραφείοενός διαφημιστή, ούτε στα κεντρικά μιας τεχνολογικής πλατφόρμας. Ξεκινά στο παιδικό δωμάτιο, όταν μια οθόνη φωτίζει το πρόσωπο ενός παιδιού λίγο πριν κοιμηθεί και κάθε ειδοποίηση διεκδικεί λίγα ακόμη δευτερόλεπτα από το βλέμμα του. Σήμερα τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η προσοχή δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ανθρώπινη ικανότητα, αλλά ως προϊόν που μπορεί να μετρηθεί, να προβλεφθεί και να πουληθεί.
Βίντεο που διαδέχονται αυτόματα το ένα το άλλο, επιβραβεύσεις μέσα σε παιχνίδια, χρώματα, ήχοι και αδιάκοπες ειδοποιήσεις δεν αποτελούν ουδέτερα χαρακτηριστικά σχεδιασμού. Είναι μηχανισμοί που δημιουργήθηκαν για να παρατείνουν την παραμονή του χρήστη στην πλατφόρμα. Όταν λοιπόν, ένα παιδί δυσκολεύεται να αφήσει το κινητό, η εύκολη εξήγηση είναι ότι δεν έχει όρια ήαυτοπειθαρχία. Η ακριβέστερη είναι πως καλείται να αντισταθεί μόνο του σε συστήματα σχεδιασμένα από ολόκληρες ομάδες ειδικών, οι οποίες γνωρίζουν πως να μετατρέπουν την περιέργεια, την πλήξη και την ανάγκη αποδοχής σε χρόνο χρήσης.
Η παιδική προσοχή έχει ιδιαίτερη αξία επειδή βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση. Το παιδί μαθαίνει σταδιακά να περιμένει, να συγκεντρώνεται και να ολοκληρώνει κάτι που δεν προσφέρει άμεση ανταμοιβή. Η ανάγνωση ενός βιβλίου, η κατασκευή ενός παιχνιδιού ήακόμη και μια συζήτηση απαιτούν χρόνο καιαντοχή στη σιωπή. Αντίθετα, η ψηφιακή ροή υπόσχεται διαρκώς ότι το επόμενο ερέθισμα θα είναι πιο αστείο, πιο εντυπωσιακό ή πιο ενδιαφέρον. Έτσι, η πλήξη, δηλαδή ο απαραίτητος χώρος για τη φαντασία και την αυτοπαρατήρηση παρουσιάζεται σαν πρόβλημα που πρέπει ναεξαφανιστεί αμέσως.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο επειδή οι πλατφόρμες δεν ανταγωνίζονται μόνο για τον χρόνο του παιδιού, αλλά και για τη διαμόρφωση των επιθυμιών του. Ο αλγόριθμος παρατηρεί τισταματά το βλέμμα, ποιο πρόσωπο προκαλείθαυμασμό, ποιο προϊόν γεννά επιθυμία και ποιο περιεχόμενο οδηγεί σε νέα προβολή. Έπειτα επιστρέφει περισσότερο από το ίδιο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αυτό που εμφανίζεται στην οθόνη είναι ο κόσμος, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια επιλεγμένη εκδοχή του.
Η διαρκής έκθεση σε πρότυπα εμφάνισης, κατανάλωσης και επιτυχίας μπορεί να μετατρέψει την αναζήτηση ταυτότητας σε εξαντλητικήδημόσια αξιολόγηση. Τα likes γίνονται μονάδες αποδοχής, οι ακόλουθοι δείκτες κοινωνικής αξίας και η απουσία αντίδρασης βιώνεται ως απόρριψη. Το παιδικό δωμάτιο παύει έτσι να είναι χώρος προστασίας. Από την οθόνη εισέρχονται σε αυτό η διαφήμιση, η σύγκριση, η πίεση και ένα κοινό που δεν κοιμάται ποτέ.
Οι γονείς καλούνται να θέσουν όρια ενώ και οι ίδιοι ζουν μέσα στην ίδια οικονομία της διάσπασης: απαντούν σε μηνύματα την ώρα του φαγητού,κοιτούν ειδοποιήσεις στη μέση μιας συζήτησης και κρατούν το κινητό δίπλα στο κρεβάτι. Το παιδί δεν εκπαιδεύεται μόνο από όσα του λέμε, αλλά κυρίως από όσα μας βλέπει να κάνουμε. Δεν είναι πειστικό να απαιτούμε από εκείνο αυτο έλεγχο, όταν κάθε ενήλικος γύρω του εμφανίζεται μονίμως διαθέσιμος στην οθόνη.
Έχουμε ανάγκη πλατφόρμες με ουσιαστική προστασία των ανηλίκων, περιορισμό της στοχευμένης διαφήμισης, ασφαλείς προεπιλογές και διαφάνεια για τον τρόπο λειτουργίας των συστημάτων προτάσεων. Χρειάζεται επίσης ένα σχολείο που δεν θα περιορίζεται στην προειδοποίηση ότι «το διαδίκτυο έχει κινδύνους», αλλά θα διδάσκει πώς κατασκευάζεται η ψηφιακή εμπειρία. Τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν γιατί μια εφαρμογή στέλνει ειδοποίηση τη συγκεκριμένη στιγμή, γιατί η ροή δεν τελειώνει και γιατί το δωρεάν περιεχόμενο έχει οικονομική αξία. Η ψηφιακή παιδεία δεν είναι η ικανότητα χειρισμού μιας συσκευής, αλλά η κατανόηση των κινήτρων εκείνων που τη σχεδίασαν.
Η μείζονα συζήτηση δεν αφορά μία νοσταλγική επιστροφή σε παιδικά χρόνια χωρίς τεχνολογία,αλλά το δικαίωμα των παιδιών να μεγαλώνουν χωρίς κάθε στιγμή αδράνειας, περιέργειας ή ανασφάλειας να μετατρέπεται σε εμπορική ευκαιρία. Η προσοχή τους δεν είναι ανεξάντλητος φυσικός πόρος ούτε πρώτη ύλη για την ανάπτυξη μιας πλατφόρμας. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μαθαίνουν, φαντάζονται, δημιουργούν σχέσεις και συγκροτούν τον εαυτό τους. Αν επιτρέψουμε να κατακερματίζεται διαρκώς, δε θα έχουμε απλώς παιδιά που κοιτούν πολλές ώρες μία οθόνη, αλλά ανθρώπους που δυσκολεύονται να μείνουν αρκετά με μία σκέψη, ένα συναίσθημα ή έναν άλλον άνθρωπο.

























