Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ) έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα την ενδιάμεση έκθεση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και της απασχόλησης για το 2025. Τα συμπεράσματα της νέας αναλυτικής και τεκμηριωμένης επιστημονικά μελέτης του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αποτυπώνει για άλλη μια φορά με αριθμούς αυτό που οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες της χώρας φωνάζουμε τα τελευταία χρόνια και έχουμε βγει στους δρόμους για να δοθεί λύση στο πρόβλημα ουκ ολίγες φορές. Ότι δηλαδή η ακρίβεια η οποία έχει γίνει… κανονικότητα ροκανίζει το εισόδημά μας και πως είναι επιβεβλημένο για να κρατηθούμε όρθιοι εμείς και οι οικογένειές μας να αλλάξει η ακολουθούμενη πολιτική και οι επιλογές να εστιάσουν στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματός μας.
Του Χάρη Κυπριανίδη, προέδρου Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης
Η δημοσίευση της συγκεκριμένης μελέτης στον παρόντα χρόνο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς συμπίπτει με τις ανακοινώσεις της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως ότι την 1η Απριλίου θα υπάρξει νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και πως παραμένει σε προτεραιότητα η κυβερνητική δέσμευση για θέσπιση των 950 ευρώ ως κατώτατο μισθό το 2027, δηλαδή σε ένα χρόνο από σήμερα.
Καλές οι δεσμεύσεις, καλή και η πρόθεση να τηρηθούν αυτές στα χρονοδιαγράμματα που έχουν ανακοινωθεί. Το μεγάλο ζητούμενο ωστόσο παραμένει. Δεν αρκούν. Ακόμα κι αν σήμερα είχαμε… 2027 τα 950 ευρώ δεν αρκούν ούτε για να καλύψουν τις βασικές μας υποχρεώσεις: σούπερ μάρκετ, λογαριασμούς, ενοίκιο.
Σύμφωνα με την Ενδιάμεση Έκθεση 2025 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2019 σε 17.210 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ, ενώ το 2024 η απόκλιση παραμένει περίπου στις 14.600 ευρώ.
Επίσης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024. Παράλληλα, σε σύγκριση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία 78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%). Η Ρουμανία (77%) είναι σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%).
Σημαντικές, είναι και οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων. Ειδικότερα, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ).
Τέλος, εξίσου σημαντικό είναι το εύρημα πως στην Ελλάδα το 2024 για τα άτομα που ανήκουν στα φτωχότερα στρώματα το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης πλησίαζε στο 89% έναντι του 28% στην υπόλοιπη Ευρώπη, με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας να βρίσκεται στην πρώτη θέση σε σύγκριση με τις υπόλοιπες Περιφέρειες της χώρας.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν απλώς στατιστικούς δείκτες. Είναι η καθημερινότητα χιλιάδων εργαζομένων που βλέπουν τον μισθό τους να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας. Είναι η ζωή μας.
Η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη δεν θα έρθει με επικοινωνιακές εξαγγελίες ούτε με αυξήσεις που εξανεμίζονται από την ακρίβεια πριν καλά καλά φτάσουν στο πορτοφόλι μας, αλλά με μια συνολική αλλαγή πολιτικής που θα βάζει στο επίκεντρο την εργασία, τους εργαζόμενους και το εισόδημα.































