Γράφει ο Σπυρίδων Α. Στατήρης
Δικηγόρος / Μέλος Πολιτικής Γραμματείας Τομέα Θεσμών ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής
Το δισκοπότηρο της συνεργασίας δεν είναι ούτε ιερό ούτε εύκολα θα το βρει κανείς. Διαβάζουμε γι’ αυτή στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, ακούμε να την επικαλούνται πολλοί στα τηλεοπτικά πάνελ. Μέχρι και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδήλωσε, έστω και κάπως αδόκιμα, την ανησυχία του για τον κίνδυνο ακυβερνησίας που διαφαίνεται, πάντα με βάση τα δημοσκοπικά ευρήματα. Δεν ξέρω αν τα πράγματα είναι τόσο ανησυχητικά ή τόσο δραματικά. Αυτή, πάντως, η συζητήση περί συνεργασιών δεν είναι η πρώτη φορά που ανοίγει. Απλώς, αυτή τη φορά φαίνεται να απασχολεί πιο πολύ από ποτέ και ο λόγος είναι μάλλον προφανής, αλλά δεν τολμάει να τον ονοματίσει κανείς.
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι μόνο και αποκλειστικά η ίδια η ΝΔ: όταν ένα κόμμα έχει επενδύσει συστηματικά στους αποκλεισμούς, την περιχαράκωση, και τον κομματικό απομονωτισμό, όταν ένα κόμμα επανειλημμένως επενδύει στην αποφυγή επίδειξης της παραμικρής συναίνεσης από τα μεγάλα μέχρι τα πιο μεγάλα (Πρόεδρος Δημοκρατίας, Ανεξάρτητες Αρχές, Εξεταστικές Επιτροπές), όταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός βλέπει τον ρόλο του ως μακάριο παρατηρητή της πραγματικότητας την οποία λες και δήθεν ορίζει κάποιο άλλο αόρατο μεταφυσικό χέρι, πως να μιλήσουμε στα σοβαρά για συνεργασίες και συναινέσεις;
Από την άλλη μεριά, το μπαλάκι έρχεται στη πλευρά του ΠΑΣΟΚ: “Πως θα κυβερνήσετε; Με ποιον θα συνεργαστείτε την επόμενη ημέρα ως απρόθυμοι μεν, αλλά υποχρεωμένοι να επιδείξετε αίσθηση καθήκοντος δε;”
Με αυτούς τους όρους γίνεται η συζήτηση και αυτό που επιχειρείται κατά τα ανώτέρω είναι το εξής πρωτοφανές: Για την Κυβέρνηση το αν θα συνεργαστεί, αποκλείεται και δεν συζητείται γιατί μόνη της είναι δύναμη σταθερότητας και αξιοπιστίας. Και όποιος δεν της το αναγνωρίζει, μας οδηγεί στην ακυβερνησία και το χάος Για το ΠΑΣΟΚ, το αν θα συνεργαστεί είναι μονόδρομος και συνιστά έμπρακτη απόδειξη αφοσίωσης στην πατρίδα. Ενδιαφέρον το δίλημμα, αλλά είναι μόνο κάλπικο. Η ιστορία αλλά και ο παρών εκλογικός νόμους διδάσκουν ότι την πρωτοβουλία για συνεργασία την παίρνει επί της ουσίας το πρώτο κόμμα. Αφού, συνεπώς, η ΝΔ δεν αμφισβητεί τις δημοσκοπήσεις, καθώς επί τη βάσει αυτών και μόνο έχει αποφασίσει να πολιτεύεται, τι προτίθεται να κάνει; Θα συνεργαστεί; Ή, μήπως, θα χτυπάει τα δικά της μπλε νταούλια, μέχρι οι υπόλοιποι να χορέψουν στο δικό της ρυθμό;
Εν τω μεταξύ, αυτό το ερώτημα περί συνεργασιών και ακυβερνησίας τίθεται μόνο του, εν κενώ, αποκομμένο από κάθε έννοια πολιτικής στόχευσης μαζί και πολιτικού σχεδιασμού. Για να το πω πιο απλά: μπορεί να μας πει πολιτικά και προγραμματικά, τι θέλει η ΝΔ; Ποια είναι τα προτάγματά της; Που θέλει να πάει τη χώρα; Ποιες είναι οι βασικές επιδιώξεις; Πως θέλει να τα καταφέρει; Ποιους θέλει σε αυτή τη διαδρομή;
Είναι όλοι ευπρόσδεκτοι ή μήπως, όλα είναι καλά αν παίζεις με τη δική μας πλειοψηφία, ενώ, κάθε άλλη απάντηση και στάση συνιστά μέρος της «τυρρανίας των μειοψηφιών»;
Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιχειρεί να κάνει τη συζήτηση προγραμματικά: βάζει στο επίκεντρο το πράγραμμα της ΔΕΘ 2025 και δηλώνει σε όλους τους τόνους και με όλους τους τρόπους, ότι θέλει και μπορεί να ξαναμιλήσει κυβερνητικά, καταθέτοντας στη δημόσια σφαίρα και στον δημόσιο διάλογο τη δική του κυβερνητική πρόταση: Δημογραφικό -Δημόσια Διοίκηση –Κοινωνικό Κράτος -Οικονομία και Παραγωγικό Μοντέλο – Θεσμοί – Δημόσια Εκπαίδευση -Δημόσια Υγεία Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς, αυτή είναι μια βάση συζήτησης, ένας προγραμματικός μπούσουλας για να πορευτούμε Διότι από διακηρύξεις και μεγαλοστομίες είμαστε ok, παιδιά, δεν θέλουμε άλλο. Η χώρα έχει προβλήματα. Τα χρήματα του ταμείου ανάπτυξης και ανθεκτικότητας δεν θα υπάρχουν για πάντα και αυτή η κυβέρνηση που τρέχει το πρότζεκτ «ή εμείς ή το χάος» κινείται μάλλον με όρους συγκυρίας και διαχείρισης ισορροπιών, πάρα με προγραμματικό σχέδιο προς την επίτευξη κάποιου στόχου. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναθεώρηση του Συντάγματος που ήδη έχει μπει σε μια πρωτόλεια μορφή συζήτησης, είναι από αυτά τα μεγάλα θέματα που θα μπορούσε να ειδωθεί με τέτοιους όρους: δηλαδή ως ένας μεγάλος κοινός στόχος για την διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής συμφωνίας ανάμεσα στο Λαό και την Πολιτεία. Μία θεσμική συζήτηση με σεβασμό στις απαιτήσεις και τις δυσκολίες της εποχής και με διάθεση να δούμε τα ζητήματα που έχουν σημασία, τόσο για τις κυρίαρχες πλειοψηφίες, όσο και για τις πολύτιμες μειοψηφίες. Δύσκολα πράγματα; Μπορεί.
Σίγουρα, όμως, απαραίτητα, αν θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης και ζωντανής πολιτικής ατζέντας































