Γράφει ο Μίλτος Τόσκας, Στέλεχος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), Φαρμακοποιός και Κριτικός Κινηματογράφου
H πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα οργανωνόταν για χρόνια γύρω από γνωστά διλήμματα. Δεξιά ή Αριστερά, δημόσιο ή ιδιωτικό, υψηλότεροι ή χαμηλότεροι φόροι, μεγαλύτερο ή μικρότερο κράτος. Όλες αυτές οι παράμετροι φυσικά παραμένουν σημαντικές και μάλιστα αρκετές ταυτοτικές. Σήμερα όμως η ελληνική κοινωνία φαίνεται να θέτει ένα διαφορετικό, βαθύτερο ερώτημα που διαπερνά κομματικές ταυτότητες και παραδοσιακούς διαχωρισμούς: μπορεί το κράτος να λειτουργήσει με εντιμότητα;
Δεν είναι τυχαίο ότι καταγράφεται στους ποιοτικούς δείκτες των δημοσκοπήσεων περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν. Κάθε υπόθεση διαφθοράς διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών, κάθε περίπτωση πελατειακής λογικής ενισχύει την πεποίθηση ότι οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους, κάθε σκιά γύρω από τη διαχείριση δημόσιου χρήματος κάνει έναν νέο άνθρωπο να αναρωτιέται αν αξίζει τελικά να προσπαθεί σε μια χώρα όπου η αξιοκρατία αμφισβητείται.
Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα της εποχής είναι βαθιά ηθικό κι είναι το δίλημμα ανάμεσα στη διαφθορά και την εντιμότητα.
Η διαφθορά αποτελεί μία ολόκληρη κουλτούρα. Είναι η αντίληψη ότι το δημόσιο μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, ότι υπάρχουν πολίτες που περιμένουν στη σειρά και άλλοι που παρακάμπτουν τη σειρά, ότι κάποιοι κρίνονται με βάση την αξία τους και κάποιοι άλλοι με βάση τις γνωριμίες τους, πως η εξουσία υπάρχει για να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και όχι το δημόσιο συμφέρον.
Το μεγαλύτερο κόστος αυτής της κατάστασης αποτυπώνεται στην απώλεια εμπιστοσύνης. Όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν στους θεσμούς, αρχίζουν να αποσύρονται από τη δημόσια ζωή. Όταν θεωρούν ότι τίποτα δεν αλλάζει, σταματούν να συμμετέχουν κι όταν η κοινωνία παραιτείται από την προσδοκία της αλλαγής πολιτικής, τότε η διαφθορά έχει ήδη κερδίσει την πιο σημαντική μάχη της.
Η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε πελατειακού συστήματος είναι ότι πείθει τους πολίτες πως «όλοι ίδιοι είναι», πως δεν υπάρχει εναλλακτική, ότι η πολιτική είναι αναγκαστικά συνυφασμένη με τη συναλλαγή, την αδιαφάνεια και την αναξιοκρατία.
Είμαστε εδώ για να αμφισβητήσουμε στη βάση τους τα παραπάνω.
Η μάχη κατά της διαφθοράς δεν αφορά μόνο τους δικαστές ή τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αλλά το ίδιο το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Η διαφάνεια είναι αφετηρία μας. Η αξιοκρατία δεν είναι ηθική διακήρυξη, αλλά εργαλείο παραγωγικότητας. Οι ισχυροί θεσμοί είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η δημοκρατία και η οικονομία.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα ηθική συμφωνία ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία. Από μία ηθική επανάσταση. Από μία συμφωνία που θα λέει ότι το δημόσιο χρήμα ανήκει στους πολίτες. Η εξουσία δεν είναι προνόμιο, αλλά ευθύνη. Η πολιτική δεν είναι μηχανισμός εξυπηρέτησης ημετέρων, αλλά υπηρεσία προς το κοινό καλό.
Αυτό συνεπάγεται μία διαφορετική κουλτούρα διακυβέρνησης. Περισσότερη λογοδοσία, απόλυτη διαφάνεια, ανεξάρτητοι θεσμοί που λειτουργούν χωρίς παρεμβάσεις, ψηφιακά εργαλεία που περιορίζουν τη γραφειοκρατία και τη συναλλαγή.
Η εντιμότητα αφορά και το πολιτικό ήθος, δηλαδή τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με την κοινωνία. Αν η πολιτική συνεχίσει να αντιμετωπίζει τους πολίτες ως κοινό που απλώς χειροκροτεί κάθε τέσσερα χρόνια, η κρίση εμπιστοσύνης θα βαθύνει. Αντίθετα αν τους αντιμετωπίσει ως συμμέτοχους, αν ακούσει τις αγωνίες τους και συνδιαμορφώσει μαζί τους τις λύσεις, τότε μπορεί να αρχίσει να αποκαθίσταται κάτι που σήμερα λείπει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η πίστη ότι η πολιτική μπορεί να υπηρετήσει πραγματικά το δημόσιο συμφέρον.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη έχει μπροστά της μια ιστορική πρόκληση. Να παρουσιάσει μια διαφορετική κυβερνητική πρόταση και να αποδείξει ότι μπορεί να φέρει την αλλαγή πολιτικής. Η Ελλάδα οφείλει να περάσει από τη λογική της εξυπηρέτησης στη λογική της υπηρεσίας, γιατί το μεγαλύτερο διακύβευμα της εποχής μας δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά πως θα κυβερνηθεί η χώρα κι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο την ποιότητα της δημοκρατίας μας, αλλά και την ποιότητα της ζωής των επόμενων γενιών.
























