Μία από τις πιο αδιάφορες διοργανώσεις των τελευταίων ετών, η 89η ΔΕΘ, πέρασε χθες στην ιστορία.
Γράφει η Ελευθερία Γιαννακίδου
Όσο κι αν η διοίκηση της ΔΕΘ προσπάθησε να καλύψει την αδυναμία ανεύρεσης τιμώμενης χώρας επικαλούμενη την επέτειο των 100 χρόνων από τη θεσμοθέτησή της και όσο και αν θέλησε να υποβαθμίσει το «άδειασμα» που της επεφύλαξε ο πρωθυπουργός στο θέμα τη ανάπλασης, η φετινή διοργάνωση αποκάλυψε την επιτακτική ανάγκη προσαρμογής στις προκλήσεις που επιτάσσει η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη.
Οι εποχές έχουν αλλάξει. Η ΔΕΘ αν θέλει να συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο οικονομικό, επιχειρηματικό και κοινωνικό γίγνεσθαι θα πρέπει να προχωρήσει σε ουσιαστική αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας της, επενδύοντας, ταυτόχρονα με την αναβάθμιση των υποδομών, στην εκπαίδευση του υπάρχοντος προσωπικού, στην πρόσληψη εξειδικευμένων ατόμων αλλά και σε μία νέα στρατηγική επικοινωνίας.
Η 89η ΔΕΘ, όσο «φιλόδοξα» κι αν θα είναι τα νούμερα που θα παρουσιάσουν οι διοργανωτές, ακολούθησε την πεπατημένη των τελευταίων δεκαετιών. Τα περίπτερα καταλάμβαναν κυρίως δημόσιοι και κρατικοί οργανισμοί ενώ οι επισκέπτες περιηγήθηκαν στους λιγοστούς χώρους που παρουσίαζαν μία διαδραστική εμπειρία και φυσικά στις συναυλίες.
Οι μόνοι που βρήκαν, όπως πάντα, πρόσφορο έδαφος για να θυμίσουν την παρουσία τους και να προπαγανδίσουν το έργο τους ήταν οι πολιτικοί. Με φόντο τη διοργάνωση, σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό της χώρας πέρασε από το Βελλίδειο και τους χώρους της ΔΕΘ στοχεύοντας στην προσέλκυση ψηφοφόρων ή τουλάχιστον υποστηριχτών.
Το ερώτημα είναι: Αυτή είναι η ΔΕΘ που θέλουμε ή – το σπουδαιότερο- αυτή είναι η ΔΕΘ που χρειαζόμαστε; Το πιο πιθανό είναι ότι το επόμενο διάστημα η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε αλλαγές στο σχήμα διοίκησης με δεδομένο ότι το δίδυμο Τζήκα- Ποζρικίδη, που επιβίωσε μέσα από πολλές και διαφορετικές κυβερνήσεις, ό, τι είχε να δώσει, το έδωσε.
Τα νέα δεδομένα απαιτούν αλλαγές αλλά και άτομα που διαθέτουν τις γνώσεις, την εμπειρία και το εκτόπισμα για να περάσουν τη ΔΕΘ στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης και της ψηφιακής πληροφορίας. Αρκεί βέβαια να μην ακολουθηθεί και πάλι η κλασική ελληνική συνήθεια της αποκατάστασης των «δικών μας» παιδιών. Να μην επιλεγεί η τακτική των αποτυχημένων πολιτευτών αλλά η ανεύρεση ατόμων με σπουδές και θητεία στο συγκεκριμένο αντικείμενο που θα μπορούν να διαγράψουν τη νέα πορεία της ΔΕΘ και να προσδώσουν ουσία στο «αύριο» χτίζοντας έναν νέο, πιο ανθεκτικό και δημιουργικό εκθεσιακό θεσμό.
Σε διαφορετική περίπτωση η διαδρομή θα είναι φθίνουσα, η ΔΕΘ θα χάσει και πάλι τη «μεγάλη της ευκαιρία» και θα μεταβληθεί σε ένα επαρχιακό πανηγυράκι με όλους εμάς τους Θεσσαλονικείς να γκρινιάζουμε για το αθηνοκεντρικό κράτος που αρπάζει μέσα από τα χέρια μας τις μεγάλες διοργανώσεις δίχως όμως να τολμάμε να περιφρουρήσουμε την ιστορία μας.
Που σημαίνει για τις όποιες εξελίξεις, συνυπεύθυνοι είμαστε όλοι μας. Γιατί επιτέλους αυτή η πόλη θα πρέπει να σταματήσει να διχάζεται με φόντο τα μικροκομματικά και τα όποια επιχειρηματικά συμφέροντα αλλά να πορευτεί με γνώμονα το στήσιμο ισχυρών θεσμών και υποδομών που θα παρέχουν ένα ουσιαστικό «αύριο» στις ζωές των πολιτών της.

























