«Η φετινή διοργάνωση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, ίσως είναι η χειρότερη, θα είναι η πρώτη που δεν θα έχει τιμώμενη χώρα», εκτιμά ο πρώην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Γιάννης Μαγκριώτης, σε συνέντευξη του στο ThessPost.gr
Η ανάπλαση της ΔΕΘ αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα πιο συζητημένα, αλλά και αμφιλεγόμενα, σχέδια για το μέλλον της πόλης. Μετά την πρόσφατη απόφαση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη να επανεξεταστεί ο σχεδιασμός, το ζήτημα επιστρέφει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Σύμφωνα με τον Γ. Μαγκριώτη «η αδυναμία υλοποίησης και τα περιβαλλοντικά προβλήματα του προωθούμενου σχεδίου real estate οδήγησαν και τον Πρωθυπουργό να αλλάξει την προηγούμενη θέση του, όπως συνάγεται και από τις τελευταίες δηλώσεις του».
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΦΙΛΙΠΠΑ ΒΛΑΣΤΟΥ
–Η αναδίπλωση – αλλαγή του σχεδίου για την ανάπλαση της ΔΕΘ με απόφαση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, τι σημαίνει στην πράξη; Πιστεύετε ότι η καθυστέρηση στην υλοποίηση έχει κοστίσει στη Θεσσαλονίκη ευκαιρίες ανάπτυξης;
Το τοπίο των εκθεσιακών δραστηριοτήτων έχει αλλάξει. Η σημασία της ΔΕΘ δυστυχώς έχει υποβαθμιστεί, καθώς το 80% του εκθεσιακού έργου πραγματοποιείται στην Αττική. Στην ΔΕΘ εκθέτουν τα υπουργεία και οι εποπτευόμενοι φορείς την δουλεία τους, ακόμη και το υπουργείο άμυνας, μικρή είναι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, για τον οποίο υποτίθεται γίνεται η ΔΕΘ. Βέβαια διεθνώς η τάση είναι να περιορίζεται η φυσική έκθεση και να αντικαθίσταται από την προβολή προϊόντων και υπηρεσιών, στις ψηφιακές πλατφόρμες. Δυστυχώς 13 χρόνια ασχολούνται μόνο με το καταστροφικό πρότζεκτ, της ψευδεπίγραφης ανάπλασης και δεν ασχολήθηκαν με την ίδια την ΔΕΘ. Η φετινή διοργάνωση, ίσως είναι η χειρότερη, θα είναι η πρώτη που δεν θα έχει τιμώμενη χώρα.
–Αν πράγματι χρειάζεται επανασχεδιασμός, δεν σημαίνει ότι όσα έλεγαν ο Πρωθυπουργός και οι υπουργοί του τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαν αντίληψη ούτε για τις ανάγκες της πόλης ούτε για τη βιωσιμότητα του έργου;
Τα αρχιτεκτονικά σχέδια που με τόσο καμάρι παρουσίασε η Διοίκηση της ΔΕΘ έδειξαν με τον πιο δραματικό τρόπο τον εφιαλτικό κτιριακό όγκο των εγκαταστάσεων, σε αντίθεση με τον ελάχιστο υπαίθριο δημόσιο χώρου, το κλειστό παρκάκι στην μεριά της ΧΑΝΘ και ότι απομένει στην Αγγελάκη.
Οι συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει, ειδικά καταμεσής της κλιματικής κρίσης, για να εγκαταλειφθεί η ιδέα που διάφοροι παράγοντες επί χρόνια προωθούν, για χρηματοδότηση του σχεδίου «ανάπλασης» μέσω ΣΔΙΤ, η οποία φορτώνει το χώρο με άσχετη και αχρείαστη δόμηση. Αν για τη ΣΔΙΤ είχαν μια δικαιολογία «αναγκαίο κακό» το ονόμαζαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης, σήμερα είναι τελείως αδικαιολόγητοι, καθώς υπάρχουν εθνικοί και ευρωπαϊκοί διαθέσιμοι πόροι για ένα έργο πραγματικής ανάπλασης απολύτως επιλέξιμο.
–Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης παραδέχτηκε πως οι επιφυλάξεις του Δήμου και των πολιτών είναι δικαιολογημένες. Γιατί τις αντιλήφθηκε τώρα και γιατί τις αγνόησε εξαρχής;
Η αδυναμία υλοποίησης και τα περιβαλλοντικά προβλήματα του προωθούμενου σχεδίου real estate οδήγησαν και τον Πρωθυπουργό να αλλάξει την προηγούμενη θέση του, όπως συνάγεται και από τις τελευταίες δηλώσεις του.
Κατά τη γνώμη μας, η αλλαγή αυτή οφείλεται σε δύο λόγους:
Πρώτον, επειδή η κυβέρνηση δεν μπορεί να βρει βιώσιμο και αποδεκτό από την κοινωνία χρηματοδοτικό σχήμα. Θυμίζουμε πως το κόστος του όλου πρότζεκτ εκτιμήθηκε αρχικά στα 124 εκ ευρώ, ποσό που θα κάλυπτε ιδιώτης επενδυτής. Τώρα, καθώς το κόστος προβλέπεται πάνω από 370 εκ ευρώ, τα συνεχώς μεταβαλλόμενα σχέδια χρηματοδότησης δεν βγαίνουν παρά μόνο με συμβολή του Δημοσίου κατά τα 2/3 του κόστους. Όλοι έχουν αντιληφθεί πως η παραχώρηση σε ιδιώτη ενός «φιλέτου» και μάλιστα με δημόσια χρηματοδότηση αποτελεί τεράστιο οικονομικό σκάνδαλο.
Δεύτερον, επειδή έγινε φανερό πως κάθε επιμονή στην αρχική θέση θα συνεπαγόταν πολιτικό κόστος, καθώς οι Θεσσαλονικείς έχουν αντιληφθεί την περιβαλλοντική καταστροφή και το οικονομικό κόστος που θα επιβαρυνθούν από την ψευδώνυμη ανάπλαση που επιχειρείται.
Στη νέα προοπτική που διαμορφώνεται με την αλλαγή της θέσης του Πρωθυπουργού πιστεύουμε πως συνέβαλε αποφασιστικά η τεκμηριωμένη και συστηματική δουλειά της «Κίνησης Πολιτών για το Μητροπολιτικό Πάρκο στο χώρο της ΔΕΘ και την Βιώσιμη Ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης». Πάνω από πέντε χρόνια, η Κίνηση Πολιτών, με ανακοινώσεις, εκδηλώσεις, συναντήσεις με κόμματα και φορείς της πόλης ανέδειξε τις επιπτώσεις των καταστροφικών και πανάκριβων σχεδίων.
Η πίεση των δημάρχων της Δυτικής Θεσσαλονίκης για ισόρροπη ανάπτυξη, καθώς και στις τοποθετήσεις βουλευτών, ακόμη και της ΝΔ, και τις θέσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Τους τελευταίους μήνες βοήθησε και η πρωτοβουλία συλλογικοτήτων με τη συγκέντρωση υπογραφών για δημοψήφισμα.
Στη θετική αυτή εξέλιξη για την πόλη, κρίσιμο ρόλο έπαιξε και η τελευταία πρόταση του δημάρχου Θεσσαλονίκης για περιορισμό της δόμησης σε ένα εκθεσιακό κτίριο και ένα συνεδριακό κέντρο, ώστε να δημιουργηθεί πάρκο μεγαλύτερο των 120 στρέμματα.
–Ο Πρωθυπουργός μιλά για σεβασμό στην ιστορία της ΔΕΘ. Θεωρείτε ότι οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί μέχρι τώρα έδειξαν πράγματι αυτόν τον σεβασμό;
Στην πράξη κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Για όποιον παρακολουθεί την εξέλιξη του περιβαλλοντοκτόνου σχεδίου, ήταν φανερό εξ΄ αρχής ότι η αντιμετώπιση του χώρου, όπως της ΔΕΘ, ως οικόπεδο προς ανοικοδόμηση με όρους real estate, ήταν ένα σχέδιο καταστροφικό για την Θεσσαλονίκη, την πόλη με το λιγότερο πράσινο στην Ευρώπη, θα οδηγείτο σε αδιέξοδο, λόγω των εγγενών αντιφάσεων. Και αυτό γιατί η αντιπαροχή στον επενδυτή σε οικονομικά ανταποδοτικές εγκαταστάσεις μέσα στο χώρο της ΔΕΘ, όπως ξενοδοχείο, εμπορικό και επιχειρηματικό κέντρο κ.α., δεν θα άφηνε ικανούς χώρους πρασίνου, πολύ περισσότερο δεν θα άφηνε χώρο για την δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου, το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο αλλά και προβλεπόμενο για το πυκνοδομημένο κέντρο της πόλης.
Στη ΔΕΘ υπάρχουν κτίρια με αρχιτεκτονική και ιστορική αξία, που συγκροτούν ένα μοναδικό σύνολο της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Είναι απολύτως εφικτή η μετατροπή τους σε σύγχρονους εκθεσιακούς χώρους, για τη στέγαση εκθέσεων χαμηλής όχλησης, με παράλληλη μεταφορά των βαριών εκθέσεων εκτός του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, στην δυτική πλευρά της πόλης, στον χώρο όπου είχε αποφασιστεί να γίνει η EXPO 2008.
–Τι σημαίνει για τη Θεσσαλονίκη το γεγονός ότι για άλλη μια φορά οι πολίτες βλέπουν μεγαλόπνοα σχέδια να αλλάζουν ξαφνικά ή να ακυρώνονται; Μήπως έτσι ενισχύεται η αίσθηση εγκατάλειψης της πόλης;
Η κυβέρνηση δεν έχει δημοπρατήσει κανένα έργο, όχι να κατασκευάσει, στα έξι χρόνια της εξουσίας της, εκτός από το Flyover. Το Παιδιατρικό Νοσοκομείο, αποφασίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση, καθυστέρηση πολύ να ξεκινήσει και κατασκευάζεται από το Ίδρυμα Νιάρχος. Το 2010 προβλέφθηκε το flyover με τη σύνταξη του Στρατηγικού Σχεδίου Υποδομών και Μεταφορών για την Θεσσαλονίκη 2010-2020. Ακυρώθηκε όμως από την κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 2012, την ίδια επιλογή είχε και η κυβέρνηση 2015-2019. Πόροι υπήρχαν από το Δ’ ΕΣΠΑ, όπως και από το επόμενο, βούληση δεν υπήρχε. Το έργο που κατασκευάζεται, ανακοινώθηκε από τον κ. Μητσοτάκη, στην ΔΕΘ του 2019 και είναι κολοβό, γιατί δεν περιλαμβάνει ζωτικά τμήματα, που θα το καταστήσουν λειτουργικό, ενώ τώρα, ουσιαστικά θα μεταφέρει τα προβλήματα κυρίως ανατολικά, στο τέλος του flyover, όπως και δυτικά στην αρχή του. Ακόμη χειρότερα κατασκευάζεται με το καθεστώς του ΣΔΙΤ, δηλαδή πανάκριβο για τους φορολογούμενους πολίτες, ενώ ο σχεδιασμός του 2010, περιελάβανε Κοινοτική χρηματοδότηση. Ο σχεδιασμός και οι προτεραιότητες του 2010, θα δημιουργούσε πολύ λιγότερα προβλήματα στην διάρκεια της κατασκευής του.
–Υπάρχει τελικά κίνδυνος η ανάπλαση να χαθεί εντελώς και να μείνουμε με το παλιό εκθεσιακό κέντρο για πολλά ακόμη χρόνια;
Η ΔΕΘ και η Θεσσαλονίκη έχασαν ήδη πολλά χρόνια, δεν πρέπει να χάσουν και άλλα, ούτε φυσικά να κάνουν και πάλι λανθασμένες επιλογές, γι’ αυτό δεν πρέπει να παραμείνει στις σημερινές υποβαθμισμένες εγκαταστάσεις. Υπάρχει οικονομικά εφικτή λύση, με την αξιοποίηση εθνικών και κοινοτικών πόρων, και περιβαλλοντικά σωστή λύση: Μητροπολιτικό Πάρκο με ενσωματωμένες, μη οχλούσες εκθεσιακές δραστηριότητες σε αυστηρά επιλεγμένα ιστορικά κτίρια και, δημιουργία ελαφρών εγκαταστάσεων στα δυτικά της Πόλης για της βαριές και οχλούσες κλαδικές εκθέσεις, όπως η Agrotica και Zootechnia.

























