Φοβόμαστε το διαφορετικό, το άγνωστο, και βάζουμε ταμπέλες πριν προλάβουμε να το κωδικοποιήσουμε ενώ ταυτόχρονα η εικόνα μας εγκλωβίζει στην επιφάνεια, εκτιμά ο συγγραφέας Γιώργος Αγγελίδης ο οποίος με το νέο βιβλίο του «Σάντα χιόνια» καλεί παιδιά και γονείς ν’ αγκαλιάσουν τη διαφορετικότητα και να δουν τη ζωή με τα μάτια της καρδιάς.
–Θα μας συστήσετε τη Σάντι;
Με μεγάλη χαρά, αν και συνήθως συστήνεται μόνη της, πηδώντας πάνω σου για φιλιά ή για να ελέγξει μήπως έχεις τίποτα φαγώσιμο στις τσέπες σου! Η Σάντι, λοιπόν, είναι ένας τετράποδος σίφουνας που μπήκε στη ζωή μου το 2015. Είναι ένα Beagle γεμάτο ενέργεια, με μια ουρά που λειτουργεί ως… υαλοκαθαριστήρας χαράς και μάτια που μπορούν να σε πείσουν να της δώσεις και την τελευταία μπουκιά από το φαγητό σου. Είναι γενναία όταν πρόκειται για λιχουδιές, αλλά τρέμει το αλουμινόχαρτο και τις βροντές. Πάνω απ’ όλα όμως, είναι η έμπνευσή μου. Η εκφραστικότητά της και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τον κόσμο –με αθωότητα και περιέργεια– την έκαναν δικαιωματικά την πρωταγωνίστρια των βιβλίων μου.
–Η Σάντι μαθαίνει στα παιδιά ν’ αποδέχονται τη διαφορετικότητα. Πώς αποφεύγετε τον διδακτισμό στις ιστορίες σας;
Πιστεύω πως τα παιδιά κλείνουν τα αυτιά τους στο «κήρυγμα», αλλά ανοίγουν διάπλατα τα μάτια τους στην ιστορία. Όταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω στο μυαλό μου το δίδαγμά, ούτε προσπαθώ να κουνήσω το δάχτυλο. Έχω στο μυαλό μου μόνο τις εικόνες που θέλω να αποτυπώσω και την αλήθεια των ηρώων. Το δίδαγμα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προκύπτει αβίαστα, οργανικά, μέσα από την πλοκή και την εξέλιξη των χαρακτήρων. Όταν η Σάντι αγκαλιάζει τον Σουφλέ, το παιδί νιώθει την αποδοχή· δεν χρειάζεται να του την ορίσω εγώ.
–Τί μας εμποδίζει να βλέπουμε με την καρδιά όπως το τυφλό γατάκι που συμπρωταγωνιστεί με τη σκυλίτσα σας;
Μας εμποδίζει ο «θόρυβος» της καθημερινότητας και η εμμονή μας με την εικόνα. Οι άνθρωποι έχουμε μάθει να κρίνουμε με βάση αυτό που βλέπουν τα μάτια μας, μένοντας συχνά στην επιφάνεια, στο περίβλημα. Φοβόμαστε το διαφορετικό, το άγνωστο, και βάζουμε ταμπέλες πριν προλάβουμε να νιώσουμε. Ο Σουφλέ, το τυφλό γατάκι της ιστορίας (και της ζωής μας), επειδή στερείται την όραση, έχει αναπτύξει την πιο σημαντική αίσθηση: την ενσυναίσθηση. Εμείς, για να δούμε με την καρδιά, πρέπει ίσως να κλείσουμε για λίγο τα μάτια και να εμπιστευτούμε το ένστικτο της αγάπης, όπως κάνουν τα ζώα.

–Tο ομοιοκατάληκτο κείμενο κάνει την ιστορία σας ν’ ακούγεται …τραγουδιστή. Ποια η πρόθεση της επιλογής σας;
Η ομοιοκαταληξία είναι για μένα μια γέφυρα με την παιδική μου ηλικία. Από μικρός λάτρευα τα έμμετρα παραμύθια, εκείνα τα παλιά, που μου έλεγαν οι γιαγιάδες μου για να με νανουρίσουν και που έμοιαζαν με τραγούδι. Ήθελα, λοιπόν, να φέρω αυτή τη μουσικότητα στο σήμερα. Επιπλέον, συγγραφικά ήταν μια μεγάλη πρόκληση για εμένα να «δαμάσω» τις λέξεις, και θεωρώ πως αυτός ο ρυθμός έδεσε μοναδικά με τους ζωντανούς χαρακτήρες και την παιχνιδιάρικη εικονογράφηση του Γιάννη Σκουλούδη. Κάνει την ανάγνωση πιο διασκεδαστική, σαν ένα παιχνίδι ήχων.
–Όταν γράφετε έχετε κατά νου τα παιδιά ή τους γονείς που επιλέγουν τα βιβλία των παιδιών τους σε αυτήν την ηλικία;
Όταν γράφω, προσπαθώ να γίνω πάλι παιδί. Ωστόσο, υπάρχει πάντα η ευθύνη απέναντι στον μικρό αναγνώστη. Σε αυτό το κομμάτι, πολύτιμη σύμμαχος είναι η καλή μου φίλη και σύμβουλός μου, η κοινωνιολόγος Μαρία Μπακάρα. Μαζί θέτουμε πάντα ως προτεραιότητα, μετά την πρώτη γραφή του παραμυθιού, την καταλληλότητά του. Στόχος μας είναι το βιβλίο να είναι απολαυστικό και κατανοητό για το παιδί, περνώντας τα σωστά μηνύματα, αλλά ταυτόχρονα να εμπνέει εμπιστοσύνη στον γονιό που το επιλέγει.
–Τί άρωμα έχουν για εσάς τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά;
Έχουν εκείνο το μοναδικό άρωμα του τζακιού που πλανιέται στους δρόμους τα βράδια, μπλεγμένο μαζί με την παγωνιά του χειμώνα – μια μυρωδιά που υπόσχεται θαλπωρή μόλις μπεις σε εσωτερικό χώρο. Και φυσικά, έχουν το άρωμα της κανέλας, του γαρύφαλλου και του μελιού από τα μελομακάρονα. Είναι ένα άρωμα γλυκό, ζεστό και… οικογενειακό.































