Ένα πολιτικό και κοινωνικό ανάγλυφο της Θεσσαλονίκη του ’60 προσφέρει πολυγραφότατος συγγραφέας Βασίλης Τζανακάρης στο τελευταίο του βιβλίο «Αμαλία. Μια πόρνη στα αζήτητα» (Ελληνοεκδοτική). Προτάσσει τη δύναμη της ομορφιάς και της καλοσύνης στη δυστοπική εποχή μας, μέσα από την ιστορία μίας ιερόδουλης, ένα ταξίδι στα έγκατα μιας μικρής ή μεγάλης κόλασης, όπως είναι η ζωή μιας γυναίκας που διαθέτει έναντι πληρωμής το κορμί της.
–Η ζωή της Αμαλίας σας έδωσε το έναυσμα να αναστήσετε μία ολόκληρη εποχή ή αναζητούσατε το «όχημα» για να θέσετε στο επίκεντρο της αφήγησής σας τη δεκαετία του ’60 και τη Θεσσαλονίκη;
Η αλήθεια είναι πως πάντα ήθελα να γράψω κάτι για τη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ΄60 και η «Αμαλία» ήταν όπως πολύ καλά αναφέρετε το «έναυσμα». Από εκεί και πέρα όμως μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω για ένα σωρό πράγματα πολλά από τα οποία ήταν άγνωστα στον πολύ κόσμο και μερικά ίσως και «απαγορευμένα», ιδίως όσα συνέβησαν στα χρόνια του Μεσοπολέμου μιας ιδιαίτερα σκοτεινής και άγνωστης εποχής για την Ελλάδας. Η Αμαλία, ναι υπήρξε το όχημα για μια κατάδυση, θα έλεγα, σε μια σειρά από γεγονότα και λεπτομέρειες που εξακολουθούν να υπάρχουν στο περιθώριο και στα «ψιλά» των εφημερίδων εκείνης της εποχής.
–Κατά πόσο είναι στερεοτυπική η άποψη της κοινωνίας για τις γυναίκες του πληρωμένου έρωτα ότι «κρύβουν μέσα τους μία Μαγδαληνή»;
Νομίζω πως οι απόψεις της κοινωνίας για την περίπτωση των γυναικών του πληρωμένου έρωτα ποικίλουν ανάλογα με τις γνώσεις, τις εμπειρίες και την αποδοχή ορισμένων πραγμάτων. Πάντως οι περιπτώσεις που ορισμένες από αυτές μπορεί να κρύβουν μέσα τους μια Μαγδαληνή δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να απορριφθούν. Κάτι τέτοιο συνέβη με την «Αμαλία» του βιβλίου μου, η οποία θέλω να πιστεύω πως δεν μπορεί να είναι και η μοναδική.
–Οι δυσκολίες της ζωής, τελικά μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους ή μας σκληραίνουν περισσότερο;
Εξαρτάται από τις δυσκολίες, το μέγεθος και το εύρος τους, αλλά ιδίως από το χαρακτήρα κάθε ανθρώπου. Υπάρχουν περιπτώσεις που από αυτές οι άνθρωποι βγήκαν ακόμη πιο σκληροί κι απάνθρωποι κι άλλες που τους έκαναν καλύτερους. Νομίζω ότι ο απόλυτος διαχωρισμός, όπως και η απάντηση στο ερώτημά σας, δεν είναι ούτε απλό αλλά ούτε και εύκολο πράγμα.
–Επικαλούμαι την πολύχρονη δημοσιογραφική, συγγραφική και ερευνητική σας διαδρομή. Μοιάζει σε κάτι η Θεσσαλονίκη του ’60 με τη σημερινή;
Νομίζω πως όχι. Η σημερινή Θεσσαλονίκη είναι λιγότερο ανθρώπινη από εκείνη της δεκαετίας του ΄60. Σ’ αυτό φυσικά δεν φταίνε οι άνθρωποί της αλλά οι εποχές και οι συνθήκες που εντωμεταξύ έχουν διαμορφωθεί και που είναι απάνθρωπες και αντιανθρώπινες. Για παράδειγμα αναφέρω το κυκλοφοριακό της χάος και όχι μόνο.
–Τί γεύση σας αφήνει αυτή η σύγκριση;
Τη γεύση της πίκρας αλλά και της νοσταλγίας, γιατί μερικά από τα χρόνια της δεκαετίας του ΄60 τα έζησα σ΄ αυτήν ως μαθητής και ως φοιτητής. Ήταν χρόνια που τουλάχιστον όσοι ήμασταν νέοι ή παιδιά και παρά τις δυσκολίες τους νομίζω ότι τα απολαμβάναμε στην κυριολεξία.
–Στη διαδικασία γέννησης ενός βιβλίου σας, τί απολαμβάνετε περισσότερο και τί σας προκαλεί αμηχανία;
Κάθε καινούργιο βιβλίο είναι και μια… γέννηση με όλα όσα μπορεί να τη συνοδεύουν. Υπήρξαν βιβλία μου που ένιωθα ιδιαίτερα φορτισμένος, όπως εκείνα για το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής, και άλλα που μου δημιουργούσαν αμηχανία, όπως το εύρος και τα αιματηρά γεγονότα της κατοχής και των Δεκεμβριανών (βλέπε βιβλίο μου «Η Ελλάδα φλέγεται») αλλά και εκείνα της ληστοκρατίας που κυριάρχησε για εκατό περίπου χρόνια στην Ελλάδα. Υπήρξαν όμως και άλλα, όπως ο «Κόκκινος σουλτάνος», που σε πολλές περιπτώσεις μου έδιναν την αίσθηση της απόλαυσης.





























